Ήταν στις αρχές της δεκαετίας του 90 κι είχα πάει να κάνω μπάνιο σε τουριστικό χωριό της γενέτειράς μου, για την ακρίβεια το πρώτο μέρος εκεί στο οποίο αναπτύχθηκε ο τουρισμός.
Μετά την θάλασσα πήγα να πάρω μια κόκα κόλα σε ένα κοντινό σούπερ μάρκετ. Είχα τις κλειστές μου εκείνη την εποχή και δεν πολυμιλούσα σε κανέναν. Έτσι όταν έφτασε η σειρά μου στο ταμείο απλά την άφησα χωρίς να πω τίποτα Είχα πολύ μακριά μαλλιά, γένια και σκουλαρίκια και σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι μόλις είχα βγει από τη θάλασσα κι ήμουνα με τα αλάτια, έμοιαζα λίγο με αλητοτουρίστα.
Ταμίας ήταν η γυναίκα του ιδιοκτήτη η οποία με κοίταξε πάνω από τα γυαλιά της πρεσβυωπίας της και μου είπε με σπασμένα αγγλικά:
"500 hundred drachmas".
"Πλάκα μου κάνεις;" της λέω εγώ σε άπταιστα ελληνικά .
Και μου απαντάει ατάραχη:
"Α. Έλληνας είσαι; Πενήντα δραχμές".
Τα επόμενα χρόνια το προηγούμενο χωριό βούλιαζε από τουρισμό, το επόμενο χωριό το ίδιο και σε εκείνο το χωριό που έγινε η ιστορία βαρούσανε μύγες. Κι ευτυχώς που τον Αύγουστο είναι παχιές και τις πετυχαίνανε.
![]() |
| Με δυο τέτοια παίρνεις μια κόκα κόλα στην Μάνη της δεκαετίας του 1990 |
(Τα κείμενα που δημοσιεύονται κάτω από αυτόν τον τίτλο εκκινούν από προσωπικές εμπειρίες αλλά δεν είναι αυτοβιογραφικά, αμιγώς τουλάχιστον. Γιατί κάποιες από αυτές τις εμπειρίες είναι... δανεικές και γιατί ενδέχεται κάποια ονόματα ή γεγονότα να έχουν αλλάξει, για διάφορους λόγους.)
