Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Απαγγελίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Απαγγελίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 13 Οκτωβρίου 2014

Τα κύματα του Κηφισού / Από "Χειρόγραφα του Φθινοπώρου"

Ο  πολύ-το-παλεύω-να-γίνω-καλλιτέχνης-αλλά-είμαι-ατάλαντος ήρωας που υποδύεται ο Τζον Κιούζακ αφηγείται σε μια από τις πιο αγαπημένες που σκηνές της ταινίας του Γουντι Άλλεν  "Σφαίρες πάνω απ' το Μπροντγουέι" πώς/πως ένα ταλαντούχος φίλος του τον έκανε κάποτε να ανατριχιάσει με τον τρόπο
που έπαιζε μια και μοναδική νότα στο ακορντεόν... Αλήθεια είναι, το έχω δει... Βρέθηκε κάποτε ένα ακορντεόν στα χέρια μου, το σκάλισα λίγο, εξ αρχής έγινε φανερό ότι δεν θα μακροημέρευε η σχέση μας και έμεινε εκεί μέχρι που μια μέρα  πέρασαν από το σπίτι ο Ηλίας και ο Νάσος. Ο Νάσος το πήρε στα χέρια του κι άρχισε να το ψάχνει... Κάθως σιγά - σιγά εξοικειωνόταν μαζί του, άρχισαν αυτά που έπαιζε να έχουν κάποια δομή. και εγώ λάθρα πάτησα το κουμπί του κασσετοφώνου. Κάποια στιγμή τον συνόδευσε ο Ηλίας στην κιθάρα κι εγώ (κακώς κατά την γνώμη μου) κοπανώντας ένα τουμπελέκι... Μου άρεσε πολύ αυτό το κομμάτι και χαριτολογώντας το ονόμασα  "Σούίτα  για κιθάρα, ακκορντεόν και τουμπελέκι "ή "Τα κύματα του Κηφισού"...

Αργότερα την ίδια μέρα, βρήκα πρόχειρο ένα αντίτυπο της ποιητικής συλλογής του Τάσου Λειβαδίτη και υπό  την υπόκρουση του παραπάνω θέματος άρχισα να απαγγέλλω σκόρπιους στίχους απο δώ κι απο κεί φυλλολογώντας τη συλλογή, ενώ ο Νάσος μου έκανε ηχητικά εφέ. με τη φωνή του... Δοθέντος ότι δεν υπήρχε κάποιο συγκεκριμένο σχέδιο κι έλεγα ότι έβρισκα, στην κυριολεξία, κάποια στιγμή που αντιλήφθηκα ότι τελείωνε το κομμάτι, αγχώθηκα να βρω κάτι που να ταίριαζε για κλείσιμο και τυχαία βρήκα... Γεγονός που εντυπωσίασε τον Νάσο ο οποίος το σχολίασε με την μνημειώδη φράση:
 "Ωραίο τέλος, μαλάκα!"

Δευτέρα 25 Μαρτίου 2013

Από τα ""Σάλια, μισόλογα και τρύπιοι στίχοι" του Γιάννη Αγγελάκα. Μια απαγγελία από τον Ηλία

Την δεύτερη φορά που μαζευτήκαμε να παίξουμε τα κορίτσια για κάποιο λόγο δεν είχαν έρθει,  μαζί κι ένας φίλος του Στέλιου, ο Γιώργος. Δεν πρέπει να τον ξανάδα από τότε... Κάναμε κάτι αυτοσχεδιασμούς με ένα  παιδικό αρμονιάκι και μια φυσαρμόνικα ( καθώς ως γνωστόν όργανα είχαμε, να παίζουμε δεν ξέραμε) που μάλλον ήταν του Στέλιου,  και ανεπιτυχώς προσπαθήσαμε να μελοποιήσουμε του Βάρναλη, το "είχα γυναίκα είχα και ζα είχα μια Βάσω με βυζά μα προκοπή δεν είχα" (ανεπιτυχώς ως αποτέλεσμα γιατί ως σκέψεις ήταν ενδιαφέρουσες...)  Η συνεισφορά της εν λόγω συνάντησης στην ιστορία του ανθρωπίνου είδους  ήταν που ο Ηλίας εισήγαγε  στον κύκλο των ...εργασιών μας και τις απαγγελίες, καθώς έκανε  μια μετά, που έφυγαν ο Στέλιος κι Γιώργος κι ήρθε το κοκκινέλι του Καμπά, σε στίχους του Αγγελάκα από τη ποιητική συλλογή "Σάλια, μισόλογα και τρύπιοι στίχοι" που ήταν εύκαιροι, μόλις είχα πάρει το βιβλίο, ενώ εγώ έπαιζα κιθάρα και αυτοσχεδίαζα φωνητικά.


(Τούτο δεν ξέρω τι είναι και από πότε είναι, αλλά αφού είναι Αγγελάκας, ας το ανεβάσω κι αυτό)


Τετάρτη 19 Δεκεμβρίου 2012

"Ο Τρελός"- Μαρία Πολυδούρη

   Η αλήθεια είναι ότι δεν είχα πρόθεση να ανεβάσω αυτό το τραγουδάκι σ΄αυτή τη φάση (πόσο μάλλον που άμα καταστραφεί ο ...κόσμος μεθαύριο δεν θα ήθελα να είναι αυτό το τελευταίο που θα διαβάσετε από μένα...), αλλά μια και το βλογιον θα πάει μαζί με μένα διακοπές και θέλω κάτι να ανεβάσω,αυτή η ανάρτηση, που  είναι μισοέτοιμη, βολεύει,  ενώ αυτό που είχα την πρόθεση να ανεβάσω πρέπει να το κάνω από την αρχή.  Ραντεβού next year, λοιπόν, με περισσότερους "Ατάλαντους"... 
  Μετά τον "Τρελό Πιερό" του Ζαν Λυκ Γκοντάρ, τον "Τρελό" του Άκη Πάνου, τον "Τρελό" του  Γιάννη Σπανού, τον "Τρελό" του Ζουγανέλη  και την ..."maniac" των Hall & Oates  (αλλά  πριν τον
Τίλιο κανείς?
"Τρελό" του Πασχαλίδη) ο "Τρελός" των "Ατάλαντων". 'Η, μάλλον,  πριν! Πολύ πριν, στα τέλη των 20's... Γιατί το ποίημα το βρήκα σε ένα παλιό βιβλίο με ποιήματα της Πολυδούρη. Κι επειδή ανήκει στα ατελείωτα της, βρήκα το θράσος να το κόψω-ράψω λίγο (Απαράδεκτο! αργότερα θα μπορούσα να προσαρμόσω τη μελωδία μου, τότε όχι...). Το έφτιαξα, για να το τραγουδήσω διαλογικά με το Στέλιο στη δεύτερη συλλογούλα μας με τίτλο- εμπνευσμένο και οξυδερκή...(χοχο)- "Το δις εξαμαρτείν". Δεν έγινε ποτέ. Αρχικά λόγω πίεσης χρόνου ( είχαμε λιγο χρόνο και πολλά τραγούδια και δεν προλάβαιναμε να το μάθει), κι έπειτα λόγω ... απουσίας χρόνου, μεταγενέστερα. Αυτή την εκδοχή, με την παράλληλη απαγγελία από μένα των λόγων του τρελού, την έκανα αργότερα, όταν προσπαθούσα  μόνος μου να το φτιάξω και το "ενορχηστρώσω".

'Οσον αφορά το περιεχόμενο, κοινό και στην ποίηση του Καρυωτάκη'', τα λέει όλα το παρακάτω σχόλιο αναγνώστη :
"[]είναι... να καρτεράς το θάνατο
και να 'ρθει μία λιποθυμία..[]
Τι τραγικό.. Εσύ να θέλεις τα μεγάλα και η ζωή να σε κερνάει σφηνάκια.. και μάλιστα τίλιου.."



Ο Τρελός
                                                                                                             (Στίχοι:  Μαρία Πολυδούρη)
Ένας τρελός καθότανε στην είσοδο
[τη νύχτα] απόψε και μιλούσε,
μιλούσε βιαστικά κι όταν απόσταινε
κάποτε, [σκαφτικά](βιαστικά) χαμογελούσε.

Μιλούσε για τη γνώση, την ονόμαζε
την πρώτη αδυναμία των ανθρώπων.
«Μα θα μιλήσω απόψε κι ας με δέσουνε,
ξέρω τα μυστικά των άγιων τόπων!

»Ξέρω όλο μυστικά και γύρω μου άφοβα
θα τα βροντοφωνήσω πάλι.
Α, ήμουν τρελός τόσον καιρό που σώπαινα
κι αυτά μου 'χουν βαρύνει το κεφάλι.

»Φίλε μου να 'σαι [απλώς] πολυλογάς
χωρίς ουσία, θα 'σαι βάρος.
Φρόντιζε να 'σαι ο πιο επικίνδυνος
και μόνος σου να παίρνεις θάρρος.

»Να 'χεις καρδιά κι όλο να ευφραίνεται
με αίσθημα και φιλοτιμία,
είναι... να καρτεράς το θάνατο
και να 'ρθει μία λιποθυμία.

»[Είδες] ο φουκαράς ο τζίτζικας
ψόφησε εχτές από ειλικρίνεια.
Τα λέγε αληθινά κ επίμονα
και εμείς τα παίρναμε για γκρίνια.

»Στο τέλος έσκασε από ευγένεια
κ' επίσημα κυλίστηκε στο χώμα...
Α φαύλοι, δε θα μου το κλείσετε
ποτέ τ' αχρείο μου το στόμα!»

Και τα 'λεγε τόσο ήρεμα
τόσο γλυκά η ματιά του εφωτοβόλει,
γελούσε ξαφνικά κ' έτσι χαρούμενα
σα να 'ταν η καρδιά του περιβόλι!



Κυριακή 16 Δεκεμβρίου 2012

Μια εποχή στην κόλαση - Αρθούρ Ρεμπώ

   "Αν θυμάμαι καλά, κάποτε ήταν η ζωή μου έκπαγλη γιορτή...". Σας λέει τίποτα αυτή η φράση; Εγώ μέχρι και γυνάικα έριξα μ' αυτή!!! Μιλούσαμε στο τηλέφωνο, "κάποτε, αν θυμάμαι καλά..." είπε για κάτι άσχετο και μετά θυμήθηκε το στίχο κι έκανε παύση.  "...ηταν η ζωή μου έκπαγλη γιορτή που άνοιγαν όλες οι καρδιές κι όλα τα κρασιά κυλούσαν", συνέχισα εγώ το ποίημα και μ' ερωτεύτηκε . Δεν θα τις καταλάβω ποτέ τις γυναίκες! Τέλος πάντων, το πως μαζί της "πήρα την ομορφιά στα γόνατά μου και την βρήκα πικρή... " δεν είναι το θέμα της ανάρτησης.
Ήμουν ξετρελαμένος από τη χαρά μου όταν κυκλοφόρησε  "Η εποχή των δολοφόνων" του Νίκου Γραμματικού. Εννοείται όχι για την ταινία... Για την "Έποχή στην κόλαση". Το αγαπημένο μου συγκρότημα, οι Τρύπες,  μελοποιούσε το αγαπημένο ποίημα, την "Εποχή...", του αγαπημένου μου ποιητή, του Ρεμπω ντε... 
    Και λίγο γιατί ήθελα να νοιώσω λίγο παραπάνω, λίγο πιο παρατεταμένα την χαρά μου, λίγο για να αισθανθώ πως κι εγώ μετείχα κάπως σ' αυτό, λίγο γιατί οι "Τρύπες" δεν είχαν ασχοληθεί με όλο το ποιήμα. έκατσα και σκάρωσω τη δική μου απαγγελία της "Εποχής στη κόλαση"... Ίσως ο Ρεμπώ να είχε τίποτα αντιρρήσεις, αλλα, για να σας πω την αλήθεια, ποιος τον ρώτησε ... Εδώ δεν έλαβα υπόψιν τις δικές μου... Καθότι μάλλον θα το έκανα αλλιώς αργότερα, σήμερα,αύριο, λιγοτέρο ουδέτερο ή αποστασιοποιημένο... Αλλά, κανείς δεν θα μάθει πώς, καθώς δεν θα το κάνω... Άρα αυτό έχουμε μόνο...  ( Ναι, είναι η γνωστή φλυαρία, για να μην μείνει ξεκρέμαστη η φωτογραφία...)


Αν θυμάμαι καλά, κάποτε, ήταν η ζωή μου έκπαγλη
γιορτή που άνοιγαν όλες οι καρδιές και όλα τα
κρασιά κυλούσαν.
Μια νύχτα πήρα την ομορφιά στα γόνατά μου.
Και τη βρήκα πικρή.
Και τη βλαστήμησα.
Οπλίστηκα ενάντια στη δικαιοσύνη. Δραπέτευσα.
Ω Μάγισσες, Μιζέρια, Μίσος, εσείς θα
διαφυλάξετε το θησαυρό μου.
Κατόρθωσα να σβύσω από το λογικό μου κάθε
ελπίδα ανθρώπινη.

Μ’ ύπουλο σάλτο, χύμηξα σα θηρίο πάνω σ’ όλες
  τιςχαρές να τις σπαράξω.
Επικαλέστηκα τους δήμιους να δαγκάσω, πεθαίνοντας,
τα κοντάκια των όπλων τους.
Επικαλέστηκα κάθε Οργή και Μάστιγα να πνιγώ
στο αίμα, στην άμμο.
Η απόγνωση ήταν ο θεός μου.
Κυλίστηκα στη λάσπη.
Στέγνωσα στον αέρα του εγκλήματος.
Ξεγέλασα την τρέλλα.
Κι’ η άνοιξη μου προσκόμισε το φρικαλέο γέλιο
του ηλίθιου.
Μα τώρα τελευταία, πριν τα τινάξω για καλά,
λέω ν’ αποζητήσω το κλειδί του αρχαίου συμποσίου
μήπως βρω ξανά την όρεξή μου.
  Το κλειδί αυτό είν’ η συμπόνοια.
Η έμπνευση τούτη δείχνει πως ονειρεύτηκα.
«Θα μείνεις ύαινα…». ολολύζει ο διάβολος :
και με στεφανώνει με πλήθος ιλαρές παπαρούνες.
«Φτάσε στο θάνατο μ’ όλες τις αχαλίνωτες ορέξεις σου,
τη φιλαυτία σου, και κάθε ασυγχώρητο αμάρτημα !» 
Αχ ! απαύδησα.
Αλλά, Σατανά, φίλτατέ μου, να χαρείς, όχι βλοσυρές ματιές.
Περιμένω μερικές βδεληρότητες, αναδρομικά.
Ωστόσο, για σας, τους εραστές της απουσίας του
περιγραφικού ή διδακτικού ύφους σ’ έναν συγγραφέα,
για σάς αποσπώ τις λίγες ελεεινές αυτές σελίδες από
το σημειωματάριο ενός κολασμένου.


Κυριακή 7 Οκτωβρίου 2012

"Το τραγούδι του Χριστόδουλου" - "Η τριλογία της φωτιάς "

Είχα ένα κασσετόφωνο, τον Μπούμπη με το όνομα (ναι, του είχα δώσει όνομα! Τι ζόρι τραβάτε? ), στο οποίο ηχογραφούσα. Αυτό είχε ένα κουμπί -κάτι, που άμα το πατούσες έπαιζε στο γρήγορο το τραγούδι. πράγμα εξαιρετικά πρακτικό γιατί ήταν λίγο μανίκι να ψάξεις να βρεις να ακούσεις  ένα τραγούδι σε μια κασσέτα... Όλο μπρος- πίσω ήσουν, μέχρι να το πετύχεις. Δυστυχώς, όμως είχε μια παρενέργεια. Όταν είχες ξεχάσει το κουμπάκι πατημένο κι ηχογραφούσες κάτι, αυτό γραφότανε αλλοιωμένο και εξαιρετικά αργά... Δεν χρειάζεται να πω πόσες φορές την είχα πατήσει και καθόμουνα μετά κι έπαιζα στο γρήγορο η κασσέτα και την ηχογραφούσα σε άλλο  κασσετόφωνο, με όποια απώλεια συνεπάγεται για την ποιότητα του ήχου...
Μια τέτοια ηχογράφηση παρατήρησα ότι είχε ένα τρομαχτικό χαρακτήρα και σκέφτηκα να την χρησιμοποιήσω σε εφε. Φλας-μπακ. Όταν μαθαίναμε κιθάρα, έμένε καμιά φορά  ο Ηλίας στη μονοκατοικία που έμενα στο Γαλάτσι, πίναμε φτηνό κόκκινο κρασί και παίζαμε... Επειδή ήταν ελάχιστα αυτά που ξέραμε, από κάποια στιγμή και μετά κάναμε απαγγελίες... Ίσως ανεβάσω
κάτι κάποτε... Μια από αυτές ήταν οι στίχοι  τη "σατανικής"  "Τριλογίας της φωτιάς" του Άρθουρ Μπράουν που πήραμε από ένα βιβλίο με
"Κι εγώ σας πάω... Φέρτε τα πορτοφόλια σας και δοξάστε με"
μεταφράσεις ψυχεδελικών τραγουδιών.  Εγώ έπαιζα κιθάρα κι μουρμούριζα μια αυτοσχέδια μελωδία με λαλαλά και ο Ηλίας απήγγειλε. Κάθε φορά που άλλαζε ο στίχος, εγώ άλλαζα, ρυθμό, τέμπο και μελωδική γραμμή και ο Ηλίας στυλ απαγγελίας. Τέλος φλας μπακ. ( παρακάτω και ηχητικό ντοκουμέντο)
 Το θυμήθηκα εγώ αυτό, όταν άκουσα την απόκοσμη ηχογράφηση και θέλησα να την κάνω background  σε μια τέτοια απαγγγελία. Έγραψα από πάνω κιθάρες και φωνές σε διάφορες ταχύτητες (το αγαπημένο μου εφέ είναι τα "σατανικά γέλια" στο τέλος ), αυτοσχεδίασα μετά ενα λαλαλά και, εφόσον ο Ηλίας ήταν φαντάρος, απήγγειλα στο τέλος  τους στίχους από το τελευταίο μέρος της τριλογίας, το "Fire". Ονόμασα το κομμάτι "Το τραγούδι του Χριστόδουλου", γιατί ήταν τότε στα ντουζένια του ο μέγας Γραμματέας και φαρισαίος υποκριτής αρχιεπίσκοπος της Ελλάδος...

Ιδού και η "Τριλογία της φωτιάς που λέγαμε"

Κυριακή 8 Απριλίου 2012

"Ταπεινή Τέχνη (Ερωτικός Λόγος Ε' και Μυθιστορημα Α΄του Γιώργου Σεφέρη)" - Τhe Ατάλαντοι


Ο μουσικός πειραματισμός που θα ακολουθήσει¨με τίτλο "Ταπεινή Τέχνη" είναι η τελευταία ηχογράφηση που κάναμε όλοι μαζί οι Ατάλαντοι. Είναι ένα είδος διαθήκης μας λοιπόν. Κι ίσως για αυτό το λόγο και να είναι ταιριαστά τα ηχοληπτικά προβλήματα που αντιμετωπίσαμε κι έχω κι αλλού αναφερθεί σ΄αυτά, αλλά και να μην το είχα κάνει, εκ των πραγμάτων είναι φανερά!!! Ένα είδος Φρανκενστάιν είναι αυτό που θα ακούσετε σήμερα... Φαίνεται είναι στη μοίρα του ο κατακερματισμός. Από την μιά, η ιδέα ήταν μίξη μιας απαγγελίας από το Στέλιο και μιας μελοποίησης από μένα δυο συναφών (η προσμονή του αγγέλου και το πανάρχαιο δράμα) ποιημάτων του Σεφέρη, ενός παραδοσιακού (το " Ε' " από τον Ερωτικό λόγο") κι ενός σε ελεύθερο στίχο (Το " Α΄ " από το "Μυθιστόρημα", το οποίο κλέινει με την αναφορά στο ένα στίχο του Καρυωτάκη που, μεταξύ άλλων, έδωσε και τον τίτλο σ΄αυτό το ιστολόγιο). Από την άλλη, ενώ η απαγγελία του Στέλιου διασώθηκε, έστω με πολλά σκράτς, το δικό μου το μέρος είχε πολύ χαμηλό ήχο ή δεν ακούγεται καθόλου. Έτσι, αυτό που θα ακουστεί πρόκειται για μεταγενέστερη ηχογράφηση, την οποία μόνταρα πριν λίγο με την απαγγελία του Στέλιου, ώστε να προκύψει κάτι από αυτό που είχαμε στο νου μας τότε..
Ερωτικός λόγος Ε'

Πού πήγε η μέρα η δίκοπη που είχε τα πάντα αλλάξει;
Δε θα βρεθεί ένας ποταμός να 'ναι για μας πλωτός;
Δε θα βρεθεί ένας ουρανός τη δρόσο να σταλάξει
για την ψυχή που νάρκωσε κι ανάθρεψε ο λωτός;

Στην πέτρα της υπομονής προσμένουμε το θάμα
που ανοίγει τα επουράνια κι είν' όλα βολετά
προσμένουμε τον άγγελο σαν το πανάρχαιο δράμα
την ώρα που του δειλινού χάνουνται τ' ανοιχτά

τριαντάφυλλα... Ρόδο άλικο του ανέμου και της μοίρας,
μόνο στη μνήμη απέμεινες, ένας βαρύς ρυθμός
ρόδο της νύχτας πέρασες, τρικύμισμα πορφύρας
τρίκυμισμα της θάλασσας... Ο κόσμος είναι απλός.

Μυθιστόρημα Α΄
Τον άγγελο
τον περιμέναμε προσηλωμένοι τρία χρόνια
κοιτάζοντας πολύ κοντά
τα πεύκα το γιαλό και τ' άστρα.
Σμίγοντας την κόψη τ' αλετριού ή του καραβιού την καρένα
ψάχναμε να βρούμε πάλι το πρώτο σπέρμα
για να ξαναρχίσει το πανάρχαιο δράμα.

Γυρίσαμε στα σπίτια μας τσακισμένοι
μ' ανήμπορα μέλη, με το στόμα ρημαγμένο
από τη γέψη της σκουριάς και της αρμύρας.
Όταν ξυπνήσαμε ταξιδέψαμε κατά το βοριά, ξένοι
βυθισμένοι μέσα σε καταχνιές από τ' άσπιλα φτερά των κύκνων που μας πληγώναν.
Τις χειμωνιάτικες νύχτες μας τρέλαινε ο δυνατός αγέρας της ανατολής
τα καλοκαίρια χανόμασταν μέσα στην αγωνία της μέρας που δεν μπορούσε να ξεψυχήσει.

Φέραμε πίσω
αυτά τ' ανάγλυφα μιας τέχνης ταπεινής.

Σάββατο 10 Μαρτίου 2012

"Kuro Siwo" - The Ατάλαντοι

Η συλλογή μας με τον τίτλο "Ταπεινή Τέχνη" ήταν η τελευταία μας, η πιο φιλόδοξη και η πιο προβληματική ηχοληπτικά... Καθώς μετά αντιληφθήκαμε ότι πολλά σημεία δεν είχαν γραφεί ή ότι ο ήχος είχε αυξομειώσεις... Εν πάση περιπτώσει, επειδή θα  κάνουμε στο σχολείο το ποίημα ΄τωρα κοντά  και θυμήθηκα την δίκη μας διασκευή στο "Kuro siwo" και είπα να την αναρτήσω κι ας μην ακούγεται ολόκληρη η αρχή, κάποιες από τις φωνές και μια κιθάρα... Η αποφαση να ασχοληθούμε μ' αυτό πάρθηκε επί του πιεστηρίου, καθώς θέλαμε να διασκευάσουμε κάτι αλλά δεν είχαμε τίποτα έτοιμο. Οπότε αυτοσχεδιάσαμε... Από την αρχική ιδέα παρέμειναν και ακούγονται η απαγγελία του Στέλιου, η διφωνία  μου με την Πέπης και η μια κιθάρα- δεν θυμάμαι ποιος έπαιζε. Τα υπόλοιπα ... lost in recording!!!


Kuro Siwo

Στίχοι: Νίκος Καββαδίας
Μουσική: Θάνος Μικρούτσικος
Πρώτη εκτέλεση: Γιάννης Κούτρας
Άλλες ερμηνείες:  Θάνος Μικρούτσικος, The Aτάλαντοι

                                          Πρώτο ταξίδι έτυχε ναύλος για το Νότο,
                                         δύσκολες βάρδιες, κακός ύπνος και μαλάρια.
                                              Είναι παράξενα της Ίντιας τα φανάρι
                                           και δεν τα βλέπεις, καθώς λένε με το πρώτο.

Πέρ' απ' τη γέφυρα του Αδάμ, στη Νότιο Κίνα,
χιλιάδες παραλάβαινες τσουβάλια σόγια.
Μα ούτε στιγμή δεν ελησμόνησες τα λόγια
που σου 'πανε μια κούφια ώρα στην Αθήνα

Στα νύχια μπαίνει το κατράμι και τ' ανάβει,
χρόνια στα ρούχα το ψαρόλαδο μυρίζει,
κι ο λόγος της μες' το μυαλό σου να σφυρίζει,
"ο μπούσουλας είναι που στρέφει ή το καράβι; "

Νωρίς μπατάρισε ο καιρός κ' έχει χαλάσει. Σκατζάρισες, μα σε κρατά λύπη μεγάλη.
Απόψε ψόφησαν οι δυο μου παπαγάλοι
κι ο πίθηκος που 'χα με κούραση γυμνάσει.

Η λαμαρίνα! ...η λαμαρίνα όλα τα σβήνει.
Μας έσφιξε το kuro siwo σαν μια ζώνη
κ' συ κοιτάς ακόμη πάνω απ΄το τιμόνι,
πως παίζει ο μπούσουλας καρτίνι με καρτίνι.

Πέμπτη 1 Μαρτίου 2012

Che fece.... Il gran rifiuto. Κ. Π. Καβάφης

Mια και λέγαμε για μελοποιήσεις σe προηγούμενη ανάρτηση, θα πω σήμερα για την μελοποίηση που έκανα στην "Δικαίωση" του Καρυωτάκη, μια ελεγειακή και σαρκαστική περίπτωση αδικαίωτου τραγουδιου... Η μελωδία μου ήρθε ολοκληρωμένη και πλήρης, σαν οδοστρωτήρας... Εντελώς άκοπα κι άμεσα. Τους στίχους μπορείτε να τους ακούσετε μελοποιημένους από την Ηδύλλη Τσαλίκη, ακολουθώντας αυτόν εδώ τον σύνδεσμό. Από μένα όχι!!! Γιατί για την μουσική ακούστε το τραγούδι του Μίλτου Πασχαλίδη "Αγύριστο κεφάλι". Κι εγώ κάπως έτσι άκουσα το τραγούδι "μου" στο ραδιόφωνο. Φαίνεται δηλαδή, πως πριν κυκλοφορήσει ο δίσκος κι είχε παέι ο Πασχαλίδης να παρουσιάσει το υλικό του ζωντανά στον Οδυσσέα Ιωάννου, το άκουσα εγώ, μου έμεινε υποσυνείδητα η μουσική, το "σύνθεσα" ξανά και στο μεταξύ ο δίσκος του Μίλτου είχε κυκλοφορήσει κι, όπως είναι ευκόλως νοητόν, ένοιωσα πολύ μαλάκας...
Πάντως, το χω αυτό. Όταν κλέβω κλέβω, από τους καλύτερους... Μια μέρα, όταν είχαμε πια γυρίσει από φαντάροι κι είχα μείνει για λίγο ανέστιος και με φιλοξενούσαν ο Ηλίας και ο Νάσος, τσίμπησα τον Ηλία ένα απόγευμα να του παίξω ένα ανατριχιαστικό ριφάκι πινκφλοϊδικό που είχα βρεί. Του το παίζω. "Ρε, συ αυτό είναι του Στέλιου", μου λέει... Ομόλογω ότι τα ' χασα και ντραπηκα λίγο. "Εμ, το έχω αλλάξει", του λέω, γιατί θυμήθηκα μεν πως όντως ήταν μια ιδέα του Στέλιου, αλλά όντως νόμιζα ότι το είχα. Αλλά δεν το είχα. Ήταν ακριβώς το ίδιο. Τέλος πάντων, ο Στέλιος είναι φίλος μου, ήταν την εποχή που είχε αρχίσει να δουλεύει και 35 ώρες το 24ωρο (εποχή που ), και, καθώς δεν υπήρχε περίπτωση να αναπτυχθεί το ριφάκι σε τραγουδάκι των Ατάλαντων, βρήκα την ευκαιρία να το χρησιμοποιήσω σαν μουσική υπόκρουση για μια απαγγελία στο αγαπημένο μου ποίημα του Καβάφη, το οποίο ανεπιτυχώς προσπάθησα πολλές φορές να μελοποιήσω.. Εκείνο με το μεγάλο Ναι και το μεγάλο Όχι.
Αυτήν εδώ. (Ναι, όλη αυτή η εισαγωγή ήταν για αυτό. Σας έχoυν πει το ανέκδοτο με τον ελέφαντα και το σκουλήκι?)


CHE FECHE.... IL GRAN RIFIUTO (Κ. Καβάφης)

Σε μερικούς ανθρώπους έρχεται μιά μέρα
που πρέπει το μεγάλο Ναι ή το μεγάλο το Οχι
να πούνε. Φανερώνεται αμέσως όποιος τόχει
έτοιμο μέσα του το Ναι, και λέγοντάς το πέρα

πηγαίνει στην τιμή και στην πεποίθησί του.
Ο αρνηθείς δεν μετανοιώνει. Αν ρωτιούνταν πάλι,
όχι θα ξαναέλεγε. Κι όμως τον καταβάλλει
εκείνο τ' όχι -το σωστό- εις όλην την ζωή του...

Δευτέρα 27 Φεβρουαρίου 2012

"Το θλιμμένο μπλουζ του Κώσυ Λέμμιον"

Η σημερινή ανάρτηση αποτελείται  απο ξαναχρησιμοποιημένα, ως επί το πλείστον, υλικά. Το βίντεο, ας πούμε, το έχετε ξαναδεί εδώ κι εδώ, όπως  και έχετε ακούσει την μουσική στο δεύτερο σύνδεσμο , όπου, μάλιστα, υπάρχει στα πεταχτά και η ιστορία του σημερινού κομματιού. Είπα όμως να το χρησιμοποιήσω ως αρμό το βιντεάκιον... Συγχωρέστε μου την επανάληψη, αλλά είπαμε... Το αγαπάω αυτό το τραγουδάκι, καθώς είναι μια από τις λίγες, εφόσον η μουσική άνοδος του Νάσου συνέπεσε με την δική μου μουσική δύση και το αναπόφευκτο έπειτα εξαφάνισε οποιαδήποτε δυνατότητα συνεργασίας, μια από τις λίγες,
Ο Μπόγκαρντ ...
λοιπόν, μουσικές μας συνεργασίες ...
 Η μουσική, που λέτε , προέρχεται από εκείνα τα ωραία ορχηστρικά που έγραφε ο Νάσος και αποφάσισε μια μέρα να βάλει και στίχους. Με βρήκε λοιπόν και στα γρήγορα έγραψα μια κωμικοτραγική και αυτοσαρκαστική με κάποιο τρόπο  ιστορία σε στίχους, για ένα τύπο που, μέσα στην μαύρη και βροχερή νύχτα, χάνει το πορτοφόλι του και δεν μπορεί να αγοράσει το απαραίτητο για να βγάλει τη νύχτα αλκοόλ... (Εσωτερική παραπομπή και λιγάκι στις γενναίες οινοποσίες μας με τον Νάσο εκείνη της εποχής... ). Το ονόμασα "Το θλιμμένο μπλουζ του Κώσυ  Λέμμιον" παραπέμποντας  στον  ευάλωτα κυνικό και
.... ο "Λέμμυ Κώσιον"...
απελπισμένο αντιήρωα σειράς αστυνομικών μυθιστορημάτων του Πήτερ Τσέινι, τον ντετέκτιβ Λέμμυ Κώσιον, λάτρη και αντικείμενο λατρείας των γυναικών και καρικατούρα των χαρακτήρων που υποδυόταν ο Μπογκαρντ. Το απήγγειλα μετά  κωμικά με υπερβολικό στόμφο και... του Νάσου  του  φάνηκε μάλλον αταίριαστο το  χιούμορ μου (πλην όμως, τι άλλο θα μπορούσα να γράφω τότε, στην ψυχολογική φάση που βρισκόμουν παρα Ελεγέια και Σάτιρες- ψέμματα, μόνο σάτιρες... ), γιατί μετά έφτιαξε, με ένα παλίο στίχο του Ηλία και μια πιο εκτεταμένη εκδοχή της μελωδίάς του, την δική του ματιά πάνω στην "Χειμερία Νάρκη"  των Ατάλαντων... Με το συγκεκριμένο πόνημα, πέρα από αυτή την ηχογράφηση "με την πρώτη", δεν ξαναασχολήθηκε ποτέ κανείς! Μέχρι σήμερα...

Το θλιμμένο μπλούζ  του Κώσυ Λέμμιον

Η βροχή έγλυφε [ή μήπως "έγλειφε"?  Δεν θυμάμαι τι από τα δυο είχα βάλει...] την ψυχή του. 
Τα νοτισμένα τσιγάρα του απέκλεισαν την τελευταία ελπίδα ζεστασιάς!
Γυρνούσε στο σκοτάδι με το σπασμένο του περίστοροφο, 
με την καρδιά του σφαίρα στη θαλάμη ...
Κλειστοί οι δρόμοι και ξένοι.
Αυτή η πόλη που τον γέννησε τώρα θηλιές περνούσε στο λαιμό του. 

Τυλίχτηκε στην φθαρμένη καπαρτίνα του.
Προσπάθησε να αγνοήσει την υγρασία που τον περόνιαζε.
Στάθηκε να ξαποστάσει κάτω από ένα μπαλκόνι. 
Κατάφερε και άναψε τσίγαρο.
Ξαφνικά  αισθάνθηκε καλύτερα. 
Στο διπλανό στενό - το 'ξερε- είχε μια κάβα.
Κατευθύνθηκε εκεί με όλες του τις δυνάμεις. 
Τότε κατάλαβε πως έχασε το πορτοφόλι του... 

Κι η βροχή έπεφτε...
Κι η βροχή συνέχισε να πέφτει...
Και το σκοτάδι τον ρούφηξε. 

(Μερικές νύχτες δεν ξημερώνουν ποτέ)


... κι ο  "Κώσυ Λέμμιον"

Κυριακή 18 Δεκεμβρίου 2011

"Χειμερία Νάρκη" - Του Νάσου

Μια έμμεση συνεργασία, δική μου του Ηλία και του Νάσου, που πολύ θα θέλαμε και οι τρεις μας ποτέ να μην είχε γίνει, τουλάχιστον έτσι...
Αν οι Ατάλαντοι ήταν οι Pink Floyd, o δικός μας Σιντ Μπάρετ θα ήταν ο Νάσος, τουτέστιν εσωστρεφής, ταλαντούχος, μεγαλοφυής. Ενώ μετείχε μερικές φορές σε κάποιες ύστερες μουσικές συναντήσεις μας, ταυτόχρονα δημιουργούσε από την αρχή το δικό του μουσικά σύμπαν με ατμοσφαιρικές ορχηστρικές συνθέσεις, ιδανικές για σάουντρακ στην εθνική οδό.... (Δοκιμασμένο!) Ξεκίνησε λίγο πιο αργά από μας, πλην έγινε εκείνο που έλεγε ο Τέλλος Άγρας για τον Καρυωτάκη. "Μας ξεπέρασε άμεσα κι εξακολουθητικά".
Κάποια φορά με φώναξε να ακούσω ακόμα ένα φοβερό κομμάτι του και μου 'λεγε πως σκεφτόταν πλεόν να δοκιμάσει να βάλει και στίχους, υπό μορφή απαγγελίας, σαν είδος επιπλέον ηχητικής επένδυσης... Έκατσα στα γρήγορα, περισσότερο σαν παιχνίδι, και έγραψα μια κωμικοτραγική κινηματογραφική σύνοψη μιας νεοφιλμ- νουάρ ταινίας με πρωταγωνιστή ένα τύπο σαν τον Λέμμυ Κώσιον από την ανάποδη, για αυτό και την ονόμασα "το θλιμένο μπλούζ του Κώσι Λέμμιον"... Το δοκιμάσαμε σε μια δική μου απαγγελία (κάποια στιγμή θα το ανεβάσω κι εδώ) αλλά δεν έμεινε 100% ικανοποιημένος. Ατυχώς ή ευτυχώς δεν έιχα κάποια άλλη έμπνευση, αλλά, καθώς μιλούσαμε, έτυχε να αναφέρω τους στίχους που είχε γράψει ο Ηλίας για τους "Ατάλαντους"... Του άρεσε πολύ η ιδέα της συνεργασίας αυτής με τον αδερφό του κι αφού του έδωσα σε ένα χαρτί τους στίχους της "Χειμερίας Νάρκης", κλείστηκε στο δωμάτιο του κι έκανε μια πρόχειρη ηχογράφηση, νομίζαμε, που καθώς λίγο μετά έφυγε ο φίλος μου για το αναπόφευκτο (σιχαίνομαι τους ευφημισμούς!!!) , έμελε να είναι και η τελική...

Το βίντεο που συνοδεύει το κομμάτι (είναι το πρώτο βιντεάκι που έφτιαξα ποτέ ) άτεχνο και πρωτόλειο, αλλά παρόλα αυτά το αγαπάω πολύ. Το έφτιαξα μέτα την απώλεια του, σαν φόρο τιμής, σαν μια συμβολική, αν και μάταιη, προσπάθεια να τον κράτήσω λιγάκι ακόμα εδώ, ένα αταίριαστο και περιττό δώρο αποχαιρετισμού...


Το ανεβάζω εδώ σήμερα που ο Νάσος θα γίνοταν 38 χρονών, εν μέρει γιατί ενα μέρος της ψυχής μου ακόμα νοιώθει σε χειμερία νάρκη, αρνούμενο να δεχτεί την απουσία του. Κι εν μέρει, για να εκφράσω τη χαρά μου που ο Ηλίας, που γίνεται σήμερα 38 χρονών (Χρόνια σου πολλά, Τζελ... ), ακόμα είναι φίλος μου (όπως κι ο Στέλιος βέβαια) και κάθε φορά που συναντιόμαστε , ακόμα κι αν έχουμε καιρό να βρεθούμε , ποτέ δεν "μοιάζει με reunion", που λέει κι αυτός... Γιατί ποτέ δεν είχαμε αποχωριστεί...


 Καλό ταξίδι, ρε μπαγάσα... Κι ωρεβουάρ. Πιάσε μας καμιά καλή θέση!!!


Πέμπτη 15 Δεκεμβρίου 2011

"Κορίτσι με τα σβησμένα μάτια" - The Ατάλαντοι

Τέλη δεκαετίας του '80.  Υπήρχε μια αμερικανίδα δρομέας μεγάλων αποστάσεων της οποία το όνομα ποτέ δεν κατάφερα να μάθω, το είχα σημειώσει μάλιστα και  κάπου τότε για αυτό το λόγο, αλλά το έχασα το χαρτί... Την λέγανε Πατρίτσια κάτι , όχι Χάισμιθ που νόμιζα μια εποχή, αυτή ήταν η  συγγραφέας του κύριου Ριπλέι... Ή Πάμελα κάτι . Ποτέ δεν κατάφερε να κάνει κάτι, ούτε σε meeting ούτε σε Παγκόσμια Πρωταθλήματα, κι αν την θυμάμαι ήταν για  τα κοτσίδια  της,  που τινάζονταν συνέχεια   πέρα δώθε και, καθώς εμφανίζονταν  και χάνονταν την ώρα που έτρεχαν  όλες οι αθλήτριες η μια πίσω από την άλλη , μου φαίνονταν μια γοητευτική ανορθογραφία, ένα κλείσιμο του ματιού από το χάος, την ανομοιομορφία  και την αταξία...  Μια αίσθηση σαν αυτή που περιγράφει καλύτερα και καθαρότερα  ένας στίχος του Αγγελάκα που διάβασα αργότερα, αυτός  για τους κακομαθημένους κομήτες που αναστατώνουν το νόμιμο σύμπαν με τις αστείες ουρές τους ...
Έτσι την έβαλα  σ' ένα ποιήμα:

              Αυτοκράτορα της ημικρανίας,
κατέβα στην ηδονή της αποκαθήλωσης,
ακολούθησε τα χνάρια ενός αόρατου φαντάσματος,
νιώσε τη χαρά ενός αδύνατου θριάμβου.
Κορίτσι με τις μακριές πλεξούδες,
εκτινάξου προς το νήμα του τερματισμού,
πέρα, στο δικό σου μεταίχμιο.
 (Εμ, δεν ξέρω τι ήθελε να πει ο ...ποιητής. :P )

Και κάπως, δεν ξέρω πως συνέβη αυτή τη εξέλιξη, από τη συγκεκριμένη γυναικεία μορφή μου προέκυψε μια  περισσότερο αρχετυπική γυναικεία φιγούρα  αργότερα, ένα "Κορίτσι με τα σβησμένα μάτια"... Αργότερα που φτιάχναμε τραγούδια, προσπάθησα ανεπιτυχώς να την τιθασεύσω και να γράψω ένα τραγούδι για αυτή... Πλήν όμως το παλιοκόριτσο αρνιόταν να χυθει σε μια συγκεκριμένη φόρμα  κουπλέ- ρεφραίν- κουπλέ ... Η απαγγελία του Ηλία που θα ακούσετε, επενδυμένη από ένα μπλούζ αυτοσχεδιασμό που στην πρόβα ήταν καλύτερος,  δεν είναι τίποτα άλλο παρά η προσπάθεια μου να κάνω κάτι μ΄αυτό το επικίνδυνο θηλυκό, να ξεμπερδέψω,  ώστε να με πάψει να με στοιχειώνει...




ΚΟΡΙΤΣΙ ΜΕ ΤΑ ΣΒΗΣΜΕΝΑ ΜΑΤΙΑ…


Κορίτσι με τα σβησμένα μάτια,
που να ξοδεύεσαι άραγε απόψε…
 Ποιοι τάχα αγέρες  κυβερνάν την απουσία σου…
Σε ποιους χειμώνες  εξουσιάζονται οι αισθήσεις σου...
Μαρμαρωμένα αισθήματα, κορίτσι, βγήκαν για ώτο-στοπ στην Εθνική.
Άδεια μπουκάλια μπύρα, πεταμένα, προσκυνάνε αιμοβόρους θεούς
και το φεγγάρι κρέμεται σαν πύο πάνω από τούτη τη πληγή της απουσίας.
Χαλίκια,χάσματα,  χαλάσματα τα λόγια
 κόλλησαν στο λαιμό μου και μ’ έπνιξαν, κορίτσι…


               Τώρα ο θάνατος τριγυρνάει στη πόλη μες στις μαύρες μπότες του.
Και ποια καταιγίδα θα ξεπλύνει πια τις ντροπές μας,
τώρα που καθάρισε ο ουρανός
και χάθηκαν τα σβησμένα σου μάτια;


Υ.Γ. : Κύριε Σωτηρακόπουλε, αν τυχόν με διαβάζετε, πως την λέγαν την αθλήτρια? Έχω σπάσει το κεφάλι μου...