Ήταν ένα καλοκαίρι προς τα τέλη του περασμένου αιώνα στο κατάστρωμα της "Δημητρούλας".
Δυο κοντοκουρεμένοι νεαροί καθόντουσαν συλλογισμένοι σε ένα παγκάκι και κοιτάζανε αμίλητοι στην θάλασσα την νύχτα να έρχεται.
Ο ένας, ο πιο μεγάλος, ήμουν εγώ. Είχα πάρει την πρώτη μου άδεια καθυστερημένα γιατί δεν ήμουνα βίσμα, σκεφτόμουνα ότι είχαν περάσει έξι μήνες από την αρχή της θητείας μου και με μελαγχολούσε η ιδέα ότι είχα ακόμα ένα χρόνο πριν απολυθώ. Ο στρατός για μένα υπήρξε τρύπα στη βιογραφία μου, δεν έμαθα τίποτα, η ζωή μου μπήκε σε παύση, ήταν ένα ιδιαίτερο καθαρτήριο πριν τον θάνατο που έμοιαζε με κόλαση, το οποίο στωικά περίμενα να τελειώσει για να ξαναρχίσω να ζω τη ζωή μου. Και είχα δίκιο να μελαγχολώ, γιατί όλα αυτά που γίνανε στους πρώτους έξι ήταν ίδια με όλα τα άλλα που γινήκανε μέσα στο επόμενο χρόνο. Ίσως σε άλλα μέρη, ίσως με άλλους πρωταγωνιστές. Αλλά τα ίδια.
Ο άλλος ήταν ένα πιτσιρικάκι που μόλις την προηγούμενη χρονιά είχε τελειώσει το Λύκειο. Γνωριστήκαμε στο Κέντρο, συναντηθήκαμε ξανά στο τάγμα και τώρα έτυχε και ταξιδεύαμε μαζί. Ήταν από ένα ορεινό χωριό της Ηλείας, ο μεγαλύτερος γιος μια πολύτεκνης οικογένειας και για αυτό έκανε μειωμένη θητεία. Είχε μόλις απολυθεί και γύριζε στο βουνό, στα πρόβατά του. Το μόνο της ζωής του ταξείδιον είχε τελειώσει.
Καθώς μπροστά μας ο βασίλευε ο ήλιος τελείως, δακρύσαμε κι οι δύο, ο καθένας για τον εαυτό του.
(Τα κείμενα που δημοσιεύονται κάτω από αυτόν τον τίτλο εκκινούν από προσωπικές εμπειρίες αλλά δεν είναι αυτοβιογραφικά, αμιγώς τουλάχιστον. Γιατί κάποιες από αυτές τις εμπειρίες είναι... δανεικές και γιατί ενδέχεται κάποια ονόματα ή γεγονότα να έχουν αλλάξει, για διάφορους λόγους.)

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου