Οκ, το θλιμμένο δευτερόλεπτο έσωσε τα Χριστούγεννα! Αλλά τι έγινε μετά;
Υ.Γ.: Το είχα τάξει πέρσι στα κορίτσια μου να τους πω τη συνέχεια... Αμα τάζω κάτι, το κάνω...
Η μέρα των Χριστουγέννων ήταν σιωπηλή
εκείνη τη χρονιά στο κάστρο του Χρόνου.
Στην αρχή, γιατί ήταν όλα τα
δευτερόλεπτα αναίσθητα από το υπνωτικό που κατά λάθος είχανε πάρει και το μόνο
δευτερόλεπτο που είχε μείνει ξύπνιο, το θλιμμένο δευτερόλεπτο, είχε φύγει για
να φέρει στους ανθρώπους τα Χριστούγεννα και να σώσει την μέρα, κυριολεκτικά.
Κι έπειτα, γιατί, καθώς ξυπνούσαν ένα ένα τα υπόλοιπα δευτερόλεπτα ζαλισμένα και μπερδεμένα και
συνειδητοποιούσαν τι έχει γίνει, έμειναν
άναυδα στην αρχή από έκπληξη, μετά από φρίκη και μετά από φόβο για το τι θα
μπορούσε να είχε γίνει. Κι έπειτα από ένοχες. Αναλογίζονταν πώς θα ήταν ο
κόσμος, αν το θλιμμένο δευτερόλεπτο δεν τύχαινε να φέρει τα Χριστούγεννα στους
ανθρώπους. Κι η σιωπή απλώθηκε στο παντού στο Βασίλειο του Χρόνου και επηρέασε
όλον τον κόσμο. Ανόρεχτα τα δευτερόλεπτα γεννούσαν την μέρα που τους αναλογούσε
και δεν φχαριστιόταν κανένα πια που έκανε το χρέος του. Ούτε εκείνο που του
έτυχε να φέρει την Πρωτοχρονιά, ούτε το άλλο που του έτυχε να φέρει τα
Θεοφάνεια ούτε κανένα άλλο που του έτυχε οποιαδήποτε άλλη γιορτινή μέρα. Έκαναν
την δουλειά τους σιωπηλά, γεννούσαν την μέρα τους, και μετά αποσύρονταν ήσυχα.
Και ο κόσμος πια είχε αλλάξει. Οι μέρες ήταν ίδιες και θλιμμένες, καμία δεν ξεχώριζε ούτε γιορτή ούτε καθημερινή. Άρχιζαν και τελείωναν με τον ίδιο τρόπο και οι άνθρωποι ζούσαν μέσα στην σκοτεινιά και την θλίψη. Πέρασε έτσι ένας χρόνος μέσα στην δυστυχία και φτάσαν οι γιορτές της επόμενης χρονιάς. Αλλά τίποτε δεν άλλαξε. Το δευτερόλεπτο των Χριστουγέννων έφερε ήσυχα την μέρα του, και μετά έφυγε σιωπηλά. Το ίδιο και το δευτερόλεπτο της Πρωτοχρονιάς. Και οι άνθρωποι έμοιαζε να έχουν ξεχάσει τι πάει να πει χαρά και ο κόσμος ήταν μουντός.
Σε αυτό το κλίμα λίγον καιρό μετά, ξεκίνησε την μέρα του, μιαν απλή ,καθημερινή και όχι γιορτινή μέρα, ένα δευτερόλεπτο. Όμως καθώς πήγαινε να αποσυρθεί μέσα στην κατήφεια άρχισε να ακούει κάπου από τον κόσμο των ανθρώπων χαρές και γέλια. Κοίταξε προσεκτικά και σε μια πλατεία μιας φτωχής πόλης δυο δίδυμα παιδιά, φτωχά και με κουρελιασμένα ρούχα, είχαν πιαστεί από τα χέρια και χόρευαν φωνάζοντας « Πόσο ωραία είναι η σημερινή μέρα! Είναι τα γενέθλιά μας! Είναι η προσωπική μας πρωτοχρονιά ». Το δευτερόλεπτο έμεινε έκπληκτο κι έπειτα χαμογέλασε χωρίς να το θέλει και ο κόσμος έγινε ξαφνικά φωτεινός. Η χαρά των παιδιών εξαπλώθηκε παντού και μετά από πολύ καιρό μια μέρα έγινε σημαντική.
Το δευτερόλεπτο χαμογέλασε από ευτυχία, έλαμψε το νους του και κατάλαβε. Και γύρισε, πριν αποσυρθεί, στο Κάστρο του Χρόνου για να αποκαλύψει αυτό που κατάλαβε. «Παιδιά βρήκα τι έγινε», είπε στα άλλα δευτερόλεπτα. «Όλα έγιναν γιατί τσακωνόμαστε ποιο θα καταφέρει να είναι εκείνο που θα γεννήσει τις γιορτινές μέρες κι έτσι δεν μπορούσαμε να χαρούμε το δώρο που μας έχει δοθεί, να φέρουμε την μέρα στους ανθρώπους. Όμως παιδιά, αυτό δεν ισχύει. Όλες οι μέρες είναι γιορτινές, γιατί κάποιους ανθρώπους μια μέρα μπορεί να είναι εκείνη που είναι η προσωπική του πρωτοχρονιά. Και αυτή η μέρα είναι ικανή κάνει όλον τον κόσμο να λάμπει».
Και τα δευτερόλεπτα τότε κατάλαβαν, και χάρηκαν, και ο κόσμος έγινε φωτεινός και πάλι, και τα δέντρα έβγαλαν πάλι φύλλα, και οι κάστορες άρχισαν να φτιάχνουν πάλι φράγματα, και οι αρκούδες βγήκαν από την νάρκη τους, και το χιόνι σταμάτησε να πέφτει, και οι άνθρωποι άρχισαν πάλι να γελάνε, γιατί νιώθανε ότι κάθε μέρα είναι γιορτή.
Και ο πατέρας της Εύας και της Ρεβέκκας συνέχισε να τους φτιάχνει παραμύθια και να τις βλέπει να μεγαλώνουν, χαρούμενος και περήφανος που είναι κόρες του. Γιατί κάθε μέρα από τότε που τις απέκτησε είναι για κείνον γιορτή. Σαν Πρωτοχρονιά, αλλά καλύτερα...
Και ο κόσμος πια είχε αλλάξει. Οι μέρες ήταν ίδιες και θλιμμένες, καμία δεν ξεχώριζε ούτε γιορτή ούτε καθημερινή. Άρχιζαν και τελείωναν με τον ίδιο τρόπο και οι άνθρωποι ζούσαν μέσα στην σκοτεινιά και την θλίψη. Πέρασε έτσι ένας χρόνος μέσα στην δυστυχία και φτάσαν οι γιορτές της επόμενης χρονιάς. Αλλά τίποτε δεν άλλαξε. Το δευτερόλεπτο των Χριστουγέννων έφερε ήσυχα την μέρα του, και μετά έφυγε σιωπηλά. Το ίδιο και το δευτερόλεπτο της Πρωτοχρονιάς. Και οι άνθρωποι έμοιαζε να έχουν ξεχάσει τι πάει να πει χαρά και ο κόσμος ήταν μουντός.
Σε αυτό το κλίμα λίγον καιρό μετά, ξεκίνησε την μέρα του, μιαν απλή ,καθημερινή και όχι γιορτινή μέρα, ένα δευτερόλεπτο. Όμως καθώς πήγαινε να αποσυρθεί μέσα στην κατήφεια άρχισε να ακούει κάπου από τον κόσμο των ανθρώπων χαρές και γέλια. Κοίταξε προσεκτικά και σε μια πλατεία μιας φτωχής πόλης δυο δίδυμα παιδιά, φτωχά και με κουρελιασμένα ρούχα, είχαν πιαστεί από τα χέρια και χόρευαν φωνάζοντας « Πόσο ωραία είναι η σημερινή μέρα! Είναι τα γενέθλιά μας! Είναι η προσωπική μας πρωτοχρονιά ». Το δευτερόλεπτο έμεινε έκπληκτο κι έπειτα χαμογέλασε χωρίς να το θέλει και ο κόσμος έγινε ξαφνικά φωτεινός. Η χαρά των παιδιών εξαπλώθηκε παντού και μετά από πολύ καιρό μια μέρα έγινε σημαντική.
Το δευτερόλεπτο χαμογέλασε από ευτυχία, έλαμψε το νους του και κατάλαβε. Και γύρισε, πριν αποσυρθεί, στο Κάστρο του Χρόνου για να αποκαλύψει αυτό που κατάλαβε. «Παιδιά βρήκα τι έγινε», είπε στα άλλα δευτερόλεπτα. «Όλα έγιναν γιατί τσακωνόμαστε ποιο θα καταφέρει να είναι εκείνο που θα γεννήσει τις γιορτινές μέρες κι έτσι δεν μπορούσαμε να χαρούμε το δώρο που μας έχει δοθεί, να φέρουμε την μέρα στους ανθρώπους. Όμως παιδιά, αυτό δεν ισχύει. Όλες οι μέρες είναι γιορτινές, γιατί κάποιους ανθρώπους μια μέρα μπορεί να είναι εκείνη που είναι η προσωπική του πρωτοχρονιά. Και αυτή η μέρα είναι ικανή κάνει όλον τον κόσμο να λάμπει».
Και τα δευτερόλεπτα τότε κατάλαβαν, και χάρηκαν, και ο κόσμος έγινε φωτεινός και πάλι, και τα δέντρα έβγαλαν πάλι φύλλα, και οι κάστορες άρχισαν να φτιάχνουν πάλι φράγματα, και οι αρκούδες βγήκαν από την νάρκη τους, και το χιόνι σταμάτησε να πέφτει, και οι άνθρωποι άρχισαν πάλι να γελάνε, γιατί νιώθανε ότι κάθε μέρα είναι γιορτή.
Και ο πατέρας της Εύας και της Ρεβέκκας συνέχισε να τους φτιάχνει παραμύθια και να τις βλέπει να μεγαλώνουν, χαρούμενος και περήφανος που είναι κόρες του. Γιατί κάθε μέρα από τότε που τις απέκτησε είναι για κείνον γιορτή. Σαν Πρωτοχρονιά, αλλά καλύτερα...

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου