Τετάρτη 10 Ιουνίου 2026

Στο Ελλαδιστάν 6: Απιστία

   Το παιδάκι από το ορεινό χωριό ήτανε χαρούμενο. Συνήθως περνούσε μόνο του το χρόνο του,  γιατί ήταν πια το μοναδικό παιδάκι στο χωριό. Όλα τα άλλα, κυρίως μεγαλύτερα αδέρφια και ξαδέλφια, είχανε μεγαλώσει κι είχανε φύγε. Άλλα  είχανε πάει σχολείο στην Καλαμάτα,  άλλα να σπουδάσουνε  στην Αθήνα, άλλα να δουλέψουνε. Αυτός ήταν ο πρώτος και ο μόνος από την ευρύτερη οικογένεια που αντί να ξενιτευτεί στην Καλαμάτα για το Γυμνάσιο, προτιμήθηκε  να πάει στο επαρχιακό σχολείο της περιοχής, βοήθησαν και τα καινούργια σχολικά που αγοράστηκαν. Αυτό βέβαια σήμαινε ότι με το που γύριζε από το σχολείο ήτανε μοναχό του.  Έτρωγε, διάβαζε και μέχρι να ξεκινήσει το απογευματινό  πρόγραμμα της τηλεόρασης , σκότωνε το χρόνο όπως μπορούσε. Έκανε εξερευνήσεις στα φαράγγια της περιοχής και ευτυχώς που δεν τσακίστηκε ποτέ, κανένας δεν θα ήξερε πού/που να τον ψάξει. Έπαιζε μπάλα με τον τοίχο, πρώτα κλωτσούσε και μετά απέκρουε το σουτ. Την μία φορά ήταν η μία ομάδα, την άλλη η άλλη. Έφτιαχνε εικονικά πρωταθλήματα ποδοσφαίρου με τις ομάδες του πρωταθλήματος του 1970 που είχε βρει σε έναν παλιό καζαμία. Ένα πράγμα σας λέω, μια χρονιά το πρωτάθλημα το πήρε ο Απόλλωνας Αθηνών. Και άλλα τέτοια, μέχρι να ξεκινήσει το πρόγραμμα της τηλεόρασης, να κοιμηθεί, να πάει στο σχολείο την άλλη μέρα και μετά  φτου κι απ' την αρχή. 
   Τότε όμως ήταν χαρούμενο. Κανονικά θα βαριότανε γιατί ήτανε οι διακοπές του Πάσχα και δεν πήγαινε ούτε σχολείο για να σπάσει την πλήξη του, αλλά είχαν έρθει τα μεγαλύτερα αδέρφια και ξαδέρφια του και όλο και κάτι διαφορετικό συνέβαινε. Κι ακόμα περισσότερο, κείνη τη χρονιά, ο πιο μεγάλος ξάδερφος που ήτανε στα καράβια, είχε γυρίσει κι είχε φέρει ένα αυτοκίνητο και κείνη τη μέρα τους είχε πάρει όλους κι είχανε πάει στο κεφαλοχώρι  της περιοχής βόλτα. Η άνοιξη είχε αρχίσει να εδραιώνεται, ο ήλιος ήταν λαμπρός και το παιδάκι από το ορεινό χωριό καθότανε και χάζευε  τον κόσμο, τρώγοντας λαίμαργα το πρώτο παγωτό της χρονιάς. Όσοι είστε μιας κάποιας ηλικίας γνωρίζετε την ιερότητα που έχει για ένα παιδί το πρώτο παγωτό της χρονιάς και πόση περηφάνια αισθάνεται καθώς  μετράει  κάθε καλοκαίρι τα παγωτά που τρώει και βλέπει τον αριθμό να μεγαλώνει. 
   Αν το έκανε επίτηδες, από αντίδραση; Όχι!  Αν του πέρασε καθόλου από το νου;  Όχι! Αν  είχε έστω κι απροσδιόριστα την παραμικρή υποψία; Όχι! Το παιδάκι από το ορεινό χωριό ήταν χαρούμενο γιατί ήτανε κι άλλοι αθρώποι, έστω και μεγαλύτεροι, και μετά πήγανε βόλτα  κι έφαγε το πρώτο παγωτό της χρονιάς. Το συνειδητοποίησε ξαφνικά,  που γυρίσανε στο  χωριό κι άκουσε τις καμπάνες να βαράνε κλαίγοντα. Ήταν Μεγάλη Παρασκευή. Ήτανε Μεγάλη Παρασκευή και όχι απλά δεν είχε νηστέψει, είχε φάει και παγωτό. 
  Ο κόσμος ξαφνικά σκοτείνιασε, ένιωσε ότι του είχε πέσει ο ουρανός και το πλάκωσε, σαν τότε που έξι χρονών πέθανε η γιαγιά του η Λιού και είδε να τη νεκροστολίζουνε και κατάλαβε το θάνατο, και
το παιδάκι από το ορεινό χωριό έπιασε με απόγνωση το κεφάλι του και γονάτισε στη γη συντετριμμένο. Θυμήθηκε τις ιστορίες που του έλεγε  για τα βασανιστήρια που  περνάνε οι αμαρτωλοί στην Κόλαση  η "άλλη γιαγιά Λιου", μια παλαιοημερολογίτισσα θεια της μάνας του στην οποία τον άφηνε καμιά φορά όταν ήταν μικρός ή και μόνος του πήγαινε, γιατί εκτός από το τι γίνεται στην Κόλαση ήξερε να λέει και γαμάτα παραμύθια που μακάρι να θυμότανε αργότερα για τα πει κι εκείνο στα παιδιά του. Θυμήθηκε την ιστορία που έλεγε η αδερφή του πατέρα του πως στο πανηγύρι του Νησιού μια γυναίκα δεν είχε νηστέψει Μεγάλη Παρασκευή και  έγινε γαϊδούρα και ότι την είχε δει με τα μάτια της, την είχανε, λέει, δέσει σε ένα στύλο, της είχανε ρίξει σανό κι έτρωγε. Θυμήθηκε την φιγούρα του Αρχάγγελου στην αριστερή πόρτα του ιερού της εκκλησίας που παλιότερα, όταν ήτανε μικρός και πήγαινε και βοηθούσε τον παπά στην λειτουργεία, τον έβλεπε με τρόμο να πατάει πάνω στο στήθος των πεθαμένων. 
   Και το παιδάκι από το ορεινό χωριό κατάλαβε ότι πια, μετά από ένα τόσο μεγάλο αμάρτημα, δεν υπάρχει  καμιά ελπίδα για κείνο, οπότε σταύρωσε τα χέρια και περίμενε το αναπόφευκτο, αποδεχόμενο σιωπηρά αλλά με άφατη λύπη την μοίρα του. Το μόνο που έκανε ήτανε να πάει να ολοκληρώσει το τελευταίο εικονικό πρωτάθλημα του 1970 που κόντευε να το τελειώσει, γιατί του φάνηκε άδικό να χάσει την έξοδο στην Ευρώπη ο Φωστήρας, πρώτη φορά στην ιστορία του, από την δική του αβλεψία. Κι όσο ξαναγινότανε ο Φωστήρας φονέας των γιγάντων,  το παιδάκι από το ορεινό χωριό κοιτούσε στον ουρανό περιμένοντας τον κεραυνό να πέσει να το κάψει. 
   Αλλά η μέρα πέρασε και δεν έπεσε κανένας κεραυνός, όσες φορές κι αν κοίταξε στον ουρανό το παιδάκι από το ορεινό χωριό. Και ξαφνικά οργίστηκε, γιατί κατάλαβε ότι το είχανε εμπαίξει. 
   Και δεν ξανανήστεψα ποτέ. 

(Τα κείμενα που δημοσιεύονται κάτω από αυτόν τον τίτλο εκκινούν από προσωπικές εμπειρίες αλλά δεν είναι αυτοβιογραφικά, αμιγώς τουλάχιστον. Γιατί κάποιες από αυτές τις εμπειρίες είναι... δανεικές και γιατί ενδέχεται κάποια ονόματα ή γεγονότα να έχουν αλλάξει, για διάφορους λόγους.)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου