Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Της φυγής. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Της φυγής. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 4 Απριλίου 2013

Αποχώρηση

Ακόμα ένα τραγούδι για τη φυγή... Καλά, πόσα έχω;;;
Αυτό πάντως είναι μια ιδιότυπη περίπτωση... Δεν θυμάμαι ποια λογοτεχνική θεωρία είχε εξοβελίσει πλήρως τα επιρρήματα, νομίζω οι παρνασσιστές... Όποιοι κι αν ήταν θα βγάζανε σπυριά, άμα διαβάζανε αυτούς τους στίχους... Εγώ, όταν τους έγραψα, από λογοτεχνικές θεωρίες δεν ήξερα, αλλά βλέμμα παρατηρητικό είχα πάντα και παρατήρησα το πλήθος των επιρρημάτων που χρησιμοποιούσα
ως γεμίσματα ή εύκολες ρίμες. Αυτοσαρκαζόμενος κάποτε, σκεφτόμουνα να το ονομάσω "Επιρρήματα". Μιλάμε για πολύ πράμα: Φέτος, γοργά, πια, καν, αδιάκοπα, αργά,, σταθερά, ψυχρά, απότομα, πια... Οπότε μοιραία το παράτησα...   Χρόνια μετά μου ήρθε μια μουσική στο μυαλό και δεν είχα εύκαιρο κανένα κασετόφωνο να την γράψω στα γρήγορα μην την ξεχάσω έτσι προσπάθησα να της βρω προσωρινά λόγια για να μην την ξεχάσω... Πέτυχα σε ένα παλιό τετράδιο τα στιχάκια, τα ξεχασμένα και βιαστικά τα "έσπασα" κατά τον εξής τρόπο. Χρησιμοποίησα δυο στίχους κάθε αρχικής  στροφής για πρώτους δυο στίχους κάθε  στροφής και  τη συμπλήρωσα με δυο ακόμα στίχους στο κλίμα των αρχικών  που έγραψα κείνη την ώρα, με την ιδιοτυπία (κάτι σαν παντούμ μισό) ότι ο τρίτος στίχος κάθε στροφής γινόταν ο τέταρτος της άλλης... (Βόλευε γιατί βιαζόμουνα να μην ξεχάσω τη μελωδία...). Τσάκισα επ' ευκαιρία και μερικά επιρρήματα... Κάποια μέρα πιο μετά έκανα μια πρόχειρη ηχογράφηση με την προοπτική κάποια στιγμή να ασχοληθώ πάλι στο μέλλον... Αλλά έμεινε... Είχα τελειώσει ψυχολογικά με το τραγούδι... Πολύ θα μου άρεσε να μην υπάρχει αυτό το ριφάκι που έβαλα τότε... Αυτό που μου την δίνει περισσότερο όμως είναι άλλο... Εγώ καλλίφωνος ή σπουδαγμένος δεν είμαι κι έτσι την φωνή μου δεν την "ακούω"... Ό.τι θέλει κάνει συνήθως... Ε! Εδώ είναι μια από τις λίγες φορές που έκανε ό,τι ήθελα... Η σκύλα!

 Αποχώρηση
 
Σέρνεται φέτος η ομάδα στο γήπεδο.
Κυλάει γοργά η ψυχή μου σε επίπεδο
που της αρμόζει, ό,τι κι αν πω.
Δε βρίσκω άκρη, ούτε καν προσπαθώ.

Γίνονται ασπρόμαυρα τα ονειρά μου
σπάζουν αδιάκοπα τα φτερά μου
δεν βρίσκω άκρη, ούτε πια προσπαθώ
δεν με πειράζει αν τρελαθώ. 

Σβήνουν αργά, σταθερά οι οπτασίες μου,
αργοπεθαίνουνε ψυχρά οι σωσίες μου.
Δεν με πειράζει να τρελαθώ
βαρέθηκα να αλλάζω  φιδοτόμαρο

Χάνονται απότομα όλες οι αισθήσεις μου.
Ορίζει η αδράνεια πια τις κινήσεις μου. 
Βαρέθηκα να αλλάζω φιδοτόμαρο
κι απ' το παιχνίδι αποχωρώ.


Παρασκευή 8 Φεβρουαρίου 2013

Πάμε να φύγουμε

  Λοιπόν, βάζουμε στο μπλέντερ μνήμες από τον Αίσωπο, ανακατεύουμε με το σχετικό ποίημα του Παπαντωνίου, θαρρώ, "Τον αετό τον κλείσανε μέσα σ' ένα κοτέτσι κι ο κόκορας τον ρώτησε γιατί πικραίνεσαι έτσι που τα 'χεις  όλα τώρα και το νερό στον τόπο του και το φαΐ στην ώρα" καιταλοιπάδενθυμάμαιάλλο, προσθέτουμε ένα ακαθορίστου προελεύσεως "γιό του ανέμου", μάλλον για να βγαίνει η ρίμα, πασπαλίζουμε με δυο πρεζούλες επιθυμία  ματαιωμένης φυγής που γίνεται αναχώρηση, φτιάχνουμε ένα στίχο,  περιμένουμε να μεγαλώσουμε, παίρνουμε μια κιθάρα, κουτσά στραβά την γρατζουνάμε , φτιάχνουμε ένα γκρουπάκι, μας έρχονται μελωδίες, βρίσκουμε το παλιό εφηβικό σκαρίφημα, κολλάμε με τους λαϊκούς δρόμους, μελοποιούμε το στιχούργημα σε ρυθμό χιτζάζ, κάνουμε την αρχική φράση ένα είδος γέφυρας, προσθέτουμε μια δόση αμανέδων, πάμε φαντάροι, γυρίζουμε, προσθέτουμε ένα κακοηχογραφημένο αλλά αρκετά ακριβές ώστε να εκθέτει τη φωνή ταξίμι με μπουζουκοκίθαρο, βάζουμε το φίλο μας τον Τζέλ να παίζει τουμπελέκι και να προσπαθεί να μας προλάβει (Δεν τον αφήνουμε!) και  "Πάμε να φύγουμε"... 


Πάμε να φύγουμε

Πάμε να φύγουμε μακριά
όσο προφταίνουμε, εαυτέ μου,
τώρα που έχουμε καρδιά. 
Πάρε μας, γιε του ανέμου

να μας γυρίσεις στα στενά
σοκάκια αυτού του κόσμου
και στα θλιμμένα δειλινά.
Εσύ, εγώ κι ο εαυτός μου. 

Πάμε να φύγουμε!
Πάμε να φύγουμε!
Πάμε να φύγουμε........ 

Πριν μας προλάβει η ζωή 
και πριν μας ξεπεράσει,
να βρούμε μια  γλυκειά πλήγή
που θα μας ξεγελάσει.

Μα, κρίμα, εσύ δεν με ακούς
μένεις στις ίδιες μνήμες.
Κοιτάς ψηλά τους αετούς
και μένεις με τις χήνες. 

Να φύγουμε κινήσαμε
κι απλά αναχωρούμε.
Ελπίδες πίσω αφήσαμε.
Μονάχα προχωρούμε... 






Δευτέρα 26 Νοεμβρίου 2012

Καινούργια πόλη

Από το βάθος των παλιών ημερών... Και καλών, γιατί όχι;  Πρόκειται για ένα τραγουδάκι επηρεασμένο (προφανώς) από την καβαφική "Πολιν"... Όπως την αντιλαμβανόμουνα εγώ τουλάχιστον...  Ως έκφραση του αδύνατου της φυγής... (Και μάλλον από τον Κούντερα προέρχειται η φράση "όπου κι αν πάω πάντα η ζωή θα' ναι αλλού".) Νομίζω ότι το στιχουργικό έναυσμα ήταν η φράση  "μοιάζω με μέλισσα που άτσαλα βγάζει κεντρί για να κεντρίσει μια γιγάντια μεθυσμένη καταιγίδα " και όπως την επέκτεινα συναντήθηκα με το φιλαράκι μου τον Κωστάκη, τον Καβάφη... Ακόμα εκκρεμές είναι... Δεν έχω τελείωσει τους στίχους ακόμα, δεν πρόλαβα ποτέ. Δηλαδή το μέρος για τις μέρες. Τα κουφάρια δεν έπρεπε να είναι "άδεια, σκαλισμένα", κάτι άλλο έπρεπε, ("άθλια, σαπισμένα" ίσως. Χμ! Καλό, θα το κρατήσω. Γιούπι!!!! Το τελείωσα.) αλλά ... Το έγραψα μια βδομάδα πριν φύγω για φαντάρος ή κάπου εκεί... Γέμισα πρόχειρα σε κάποια σημείο τους στίχους, για να μπορέσω να το κάνω μια υποδυπώδη ηχογράφηση και να κρατήσω τα "λαλαλά" μόνο για το ριφάκι, ώστε να δω πως βγαίνει το τραγούδι κι εφυγα να σας φυλάω από τους Τούρκους (οι Αλβανοί και οι Βούλγαροι είχανε πάψει να είναι εχθροί), ώστε να κοιμόσαστε ήσυχοι... Όταν γύρισα, δεν θυμόμουνα τις ...συγχορδίες. Εντάξει, θα μπορούσα να κάτσω να το ξαναεναρμονίσω, αλλά ειλικρινά, βαριόμουνα, ήταν παλιό, είχα ένα μάτσο πιο καινούριες ιδέες και βιαζόμουνα να τις ψάξω... Ένα ακόμα αδικαίωτο τραγουδάκι... Και τι πειράζει?


Καινούρια πόλη 

Τα παπούτσια της φυγής μου πετάνε φωτιές,
τα βήματα μου αφήνουν ματωμένα χνάρια!
Η πόλη που ΄μουνα ρουφούσε αέρα απ ' τις αναπνόες
κι οι ώρες μοιάζανε με άθλια, σαπισμένα κουφάρια. 

Καινούρια πόλη όμως ποτέ μου δεν θα βρώ, 
ούτε λιμάνι για ν' αράξω. 
Η πόλη που αποφέυγω είμαι εγώ
κι απο μένα δε μπορώ 
να μ' απαλλάξω. 

Κι ό,τι με ξέσκιζε εκεί θα με διαλύει παντού.
Κορώνα ή γράμματα εγώ θα 'μαι πάντα ο χαμένος. 
Όπου κι αν πάω πάντα η ζωή θα 'ναι αλλού. 
Αυτή η πορεία είναι μονόδρομος παγιδευμένος. 

Μια ακόμα αυταπάτη ήταν αυτή η φυγή...
Σκάρτη αποδείχθηκε η τελευταία μου ελπίδα!
Μοιάζω με μέλισσα που άτσαλα βγάζει κεντρί
για να κεντρίσει μια γιγάντια μεθυσμένη καταιγίδα._






Σάββατο 11 Φεβρουαρίου 2012

"Αναχώρηση Ι" (και "ΙΙ") - Ακόμα ένα (δύο, είπα) τραγούδι(α) της φυγής... (ΤΡΕΧΑ!))

Κι όχι το τελευταίο . Γιατί απο τότε που αντιλήφθηκα τη διαφορά μεταξύ φυγής και αναχώρησης, την σύγχυση μεταξύ φυγής και αναχώρησης, την πλάνη ότι οι αναχώρησεις μας είναι φυγές, ενώ στην πραγμάτικότητα είναι μεταφορά της χρεοκοπίας μας σε άλλη τράπεζα, η φυγή ήταν ένα θέμα στο οποίο επέστρεφα ξανά και ξανά, αρχής γενομένης από τη φράση "Μπερδεύουμε τις αναχωρήσεις μας με φύγες. Ποντάρουμε συνέχεια στην ομάδα που χάνει και μετά λέμε τι διάβολο..." και "Αναχωρώ και νομίζω πως φεύγω. Μαζί μου η ανία μου και η σκια μου"


         Το τραγουδάκι το προηγούμενο, όπως δηλώνει και ο τίτλος του, επρόκειτο να είναι το πρώτο μέρος  ενός άλλου τραγουδιού που δεν τα κατάφερε να ξανασχοληθώ μαζί του,  στο οποίο το ρεφραίν αναιρούσε την δυνατότητα της φυγής. Κάποτε δε, τα είχα συνενώσει κι είχα φτιάξει ένα δεκάλεπτο τέρας... Επρόκειτο να παραθέσω εδώ μόνο τους στίχους του, έτσι για να είναι ολοκληρωμένη η εικόνα του κόνσεπτ... Αλλά τελικά θα το ανεβάσω εδώ, για δυο λόγους. Ο ένας είναι γιατί το ανέβασμα εδώ ισοδυναμεί με μια ''επίσημη τελική εκδοχή'' του τραγουδιού, οπότε δεν αναμένεται να με ξανατριβελίσει στο μέλλον να ασχοληθώ μαζί του. Κι ο άλλος είναι για να εισάγω μια νέα κατηγορία τραγουδιών, τα "αδικαίωτα". Τραγούδια δηλαδή που κοπίασα αλλά ποτέ δεν κατάφερα να φτάσω σε μια κάπως αξιοπρεπή εκδοχή. Ή τραγούδια που δεν είχαν ολοκληρωθεί, όταν με έπιανε το "Σύνδρομο του Σολωμού", τα "ξεπερνούσα δηλαδή ψυχολογικά", και μέναν ατελείωτα να με κοιτάζουν με απορία και μια αδιόρατη θλίψη...
 
















Κανονικά θα έπρεπε το ρεφραίν του "Αναχώρηση ΙΙ" να είναι η γέφυρα στο "Αναχώρηση Ι" και να υπάρχει ένα μόνο τραγούδι. Η "Αναχώρηση". Ποιος έχει χρόνο και διάθεση για να το φτιάξει... (Έχω και μια υποψία πως δεν θυμάμαι τ' ακκόρντα... )

ΑΝΑΧΩΡΗΣΗ Ι
Νύχτα στη πόλη, γυρνάν αλήτες.
Αλλάζουν ρόλοι, θύματα, θύτες ,
πουτάνες, gay, μπάτσοι, κλεφτρόνια
άσχημοι, ωραίοι, μέρες και χρόνοι.


Γυρνάω μόνος παραπατάω.
Περνάει ο χρόνος και ‘γω γελάω.
Δεν ξημερώνει και ψιχαλίζει.
Μ’ εξημερώνει και μ’ εξοργίζει.

Εγώ όμως, θα φύγω
και για μνήμες νωπές θ’ αντέχω να κλάψω.
Φεύγω , φεύγω σε λίγο
ότι ήμουνα χτες ας μη μπορώ να τ’ αλλάξω .
Εγώ όμως, θα φύγω.
Φεύγω, φεύγω σε λίγο,
είμαι πια μακριά (ήδη είμαι μακριά ).


Συνέχει φτύνω τις ίδιες λέξεις
Και παρατείνω τρύπιες ορέξεις.
Μα δε με νοιάζει, πουτάνα ζωή.
Χτύπα μ’ αγιάζι! Χτύπα βροχή!

ΑΝΑΧΩΡΗΣΗ ΙΙ

Πες μου απόψε τι έχει μείνει,
μονάχα πίκρα και οργή.
Μια κούφια αίσθηση που μας αφήνει
μόνο κενότητα και προσμονή.

Σκέψου αν μπορείς το παρελθόν μας,
χαμένο μέσα σε τόσες πληγές.
και το φευγάτο το όνειρο μας
χαρακωμένο απ’ ενοχές.

Κι όλο λέω " θα φύγω"
μα είναι οι μνήμες νωπές και φοβάμαι να κλάψω.
Κι όλο λέω "σε λίγο,
ότι ήμουνα χτες ας μην μπορώ να τ’ αλλάξω" .
Κι όλο λέω "θα φύγω",
κι όλο λέω "σε λίγο",
όμως είμαι ακόμα εδώ .

Για συλλογίσου αν υπάρχει
κάτι να ελπίσουμε και ‘μεις.
Μπροστά μας σκόπελοί μόνο και βράχοι
κι η ουτοπία μιας στιγμής.


Κι ότι μας φώναζε απατηλά παλιά:
«ελάτε ‘δω ,ελάτε! ελάτε στη ζωή!» ,
χάθηκε με την αντηλιά
όταν ξεκίνησε η βροχή (μ’ ορμή).

Σάββατο 5 Νοεμβρίου 2011

Τραυλίσματα, αφορισμοί και αποστροφές.

Όταν σε βλέπω, μου είσαι αδιάφορη.
Όταν δεν είσαι εδώ, μου λείπεις. (Τραγούδι συνοδείας)

…Της είπε ότι δεν της έκανε κοπλιμέντα, αν και θά 'πρεπε, γιατί και την αγαπούσε και όμορφη την έβρισκε ή και (ακόμα κι αν δεν συνέβαιναν αυτά) έστω από στοιχειώδη ευγένεια για τα τόσα δικά της. Πίστευε όμως ότι οι πραγματικά όμορφοι άνθρωποι δεν έχουν ανάγκη από κοπλιμέντα, είπε.
Αυτός δεν κατάλαβε ότι ταυτόχρονα αυτοαναιρούνταν.
Αυτή δεν είπε τίποτα.

Με είπε αγαπημένο της αγόρι. Κολακεύτηκα.
Οκέϊ, λοιπόν, αμοιβαιότητα κι όχι αλισβερίσι.
Ωραία λέξη, αν σ’ αρέσει.
Ψιθύρισα τ’ όνομα σου στο σκοτάδι.
Κανείς δεν με άκουσε , ούτε κι εγώ.
Οι αισθήσεις μου πήγαν περίπατο σ’ αγρούς με φράουλες .
Για πάντα;




-«Τι κάνεις; »,ρώτησε παίζοντας μέσα στα δάκτυλα της το λουράκι της τσάντας της. Εγώ δε γύρισα.
-«Θα ατένιζα το πέλαγο, αλλά είναι το ντουβάρι»
-«Ξέρεις» είπε «ο κόσμος φτιάχτηκε για μας…»
-«Μη συνεχίζεις», τη διέκοψα, «αποκλείεται να έγινε τέτοιο λάθος εξαιτίας μας»


Γιατί οι γλόμποι κρέμονται απ’ το ταβάνι σαν ουρές ψόφιων μαϊμούδων…



Πραγματικότητα είναι τα μάτια του Μούργου
-γυάλινα, πράσινα-
όταν τα χτυπάει το φως.



Between a rock and a hard place. Κάθε βουνό είναι μοναδικό. το περήφανο Έβερεστ… και κάθε μικρός λοφάκος, περήφανος όπως το Έβερεστ.

Ως πότε σ’ αυτόν τον κόσμο των νάνων οι γίγαντες θα πέφτουν;
Ως που να ξεκουμπιστούν και να πάνε στο κόσμο των γιγάντων.
Ποιος τους είπε πως τους θέλουμε εδώ;




Το ξυπνητήρι είναι η χειρότερη εφεύρεση.
Προσφέρει με δελτίο πρόσκαιρο θάνατο.

Ονειρεύεσαι ξυπνητός ότι κοιμάσαι και χαμογελάς για το ευχάριστο όνειρο

Κάποτε κοιμήθηκα 16 ώρες . Ξύπνησα και ένοιωθα. Υπέροχα.

Ο πιο ακριβής ρεαλισμός επιτυγχάνεται στο σκοτάδι.


Στο σκοτάδι τα πράγματα φαίνονται όπως πραγματικά είναι. Μαύρα .


Θέλω να πεθάνω μέρα μεσημέρι με άπλετο φως και ανέφελο ουρανό!
Με τη γκαντεμιά που με δέρνει όμως , ακόμα κι αν τα καταφέρω, θα ‘χει έκλειψη ηλίου.



Δεν υπάρχει ευτυχία! Υπάρχουν μόνο λιγοστές στιγμές της.
(Νομίζω…)
Παρακολουθώντας την έκλειψη, έχασα τον εαυτό μου στη σκοτεινή πλευρά του φεγγαριού.


Κάπνισε τη τελευταία ρουφηξιά του τελευταίου τσιγάρου με τη τελευταία ανάσα.
Τον βρήκαν μες το μισοσκόταδο, μισοξαπλωμένο στο πεζούλι, μ’ ένα μισό χαμόγελο στο μισό πρόσωπο.


Τελικά το μόνο που μας σώζει είναι ελευθερία εισόδου στα ψυχιατρεία χωρίς εξετάσεις.
Διότι τι να τις κάνεις τις εξετάσεις, όταν 29 κατασκευαστές πλυντηρίων συνιστούν Skip
κι όταν χτυπάει το τηλέφωνο 9 φορές στις 10 είναι για κακό;

Μ’ αρέσει να συμπεριφέρομαι σα ζώο, γιατί συμπεριφέρομαι σαν άνθρωπος.
Μ’ αρέσει να συμπεριφέρομαι σαν άνθρωπος, γιατί συμπεριφέρομαι σαν ζώο.

Το μόνο που περιμένεις είναι ν’αλλάξει κάτι στο μυαλό σου και ν’ αρχίσεις να χαμογελάς ευτυχισμένος.



Εν αρχήν ην το χάος! Εγώ ήρθα μετά.

Το χάσμα που άνοιξε ο σεισμός , ευθύς εγέμισε άνθη.
Πλαστικά.

Καλώς ήρθατε στον θαυμαστό καινούριο κόσμο. Σκουπίστε μόνο τα πόδια σας για να μην μας λερώσετε την μοκέτα.

Αναπολώ τα μελλούμενα, αγωνιώ για τα περασμένα κι αδιαφορώ για τα τωρινά

Με το πιστόλι στο κρόταφο και τη θηλιά στο λαιμό αναζητούμε έναν ανώδυνο θάνατο, ξεψυχώντας κάποτε κάτω απ’ το φως υπέρυθρων ακτινών.

Η διαθλαστική δύναμη του ακατέργαστου μαργαριταριού με συνεπαίρνει. Επιβιβάζομαι στο τρένο της παρουσίας μου, που μοιάζει πιο οδυνηρή απ’ τη δική σου απουσία.
Ακούω το Born to be wilde.
Μετακινώ το κολάρο που με κόβει.

Σάπιες καρέκλες τα διλήμματα μου και εγώ υπέρβαρος. Ανασυντάσσω το ιππικό και επιτίθεμαι με το πεζικό. Η ήττα είναι σίγουρη, μα θα πεθάνω.


Τα κουνούπια ψοφούν, όταν με τσιμπάνε.
Είμαι το δραστικότερο εντομοκτόνο και δεν καταστρέφω το όζον.
Προτιμήστε με!

Τα μάτια, οι κάμερες και οι φωτογραφικές μηχανές είναι καταδικασμένες σε αφάνεια. Βλέπουν, γράφουν και καταγράφουν αλλά τα ίδια μένουν πάντα στη σκιά.
Έχουμε πολλές φωτογραφίες από μια μηχανή, αλλά καμία φωτογραφία της μηχανής.
Την εποχή που δεν υπήρχαν καθρέφτες, ο άνθρωπος ήξερε καλά το πρόσωπο των άλλων και καθόλου το δικό του.
Οι άσχημοι δεν είχαν το κόμπλεξ της ασκήμιας τους κι οι όμορφοι την έπαρση της ομορφιάς τους.
Σε μια τέτοια κοινωνία δεν θα υπήρχε το παραμύθι « Η πεντάμορφη και το τέρας».

Η Λίντα Χάμιλτον και ο Ρον Πέλμαν θα μένανε άνεργοι.

Στη διαφορά ανάμεσα σε μια μαρμάρινη και σε μια τσιμεντένια πλάκα, πολλοί αποφαίνονται υπέρ της μαρμάρινης , ξεγελασμένοι από τη γυαλάδα και την ψευτοπολυτέλεια της.
Εγώ διαβλέπω, όμως, μια πραγματικότητα στην άλλη και την προτιμώ.
Όταν διαλύεται από το χρόνο και ξεφτίζει, εμφανίζονται τα σίδερα γυμνά και σκουριασμένα.
Και μοιάζουν με ανθρώπινα μέλη αποστεωμένα.



Ακολούθα τι δρόμο του φεγγαριού,
ίσως κλέψεις λίγη απ’ τη λάμψη του.
Γεννηθήκαμε σε μια ζωή κλειστών δρόμων
και δε μπορούμε ούτε να πεθάνουμε.





Αναχωρώ και νομίζω πως φεύγω.
Μαζί μου η ανία μου και η σκιά μου.




Κι ήθελες, λέει ,φίλε μου ,
ν’ ακούσεις, πριν πεθάνεις,
την κραυγή της πεταλούδας.
Οι πεταλούδες μας τελείωσαν.






Φάλτσες φωνές,
φτηνή μουσική,
σάπιοι στίχοι.
Ήταν ένα μικρό τραγούδι που έμεινε ατραγούδιστο.
Οε οε, οε, οε! Οε! Οεεέ!