Το παιδάκι από το ορεινό χωριό ήτανε χαρούμενο.
Νάρκης του Άλγους Δοκιμές εν Φαντασία και Λόγω (Ήτοι, το ιστολόγιο που δεν πρόλαβε να φτιάξει ο Αιμιλιανός Μονάη)
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πρόζα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πρόζα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Τετάρτη 10 Ιουνίου 2026
Δευτέρα 4 Μαΐου 2026
Στο Ελλαδιστάν 5: Ο παμπαλαίουρας
Παρουσιάστηκα στον στρατό κάποια στιγμή προς τέλος του Γενάρη του 1997. Είχαμε διορία τρεις μέρες να παρουσιαστούμε κι εγώ για να ξεμπερδεύω με την αναμονή αλλά και για να τελειώσω μια ώρα αρχύτερα - οκ, δυο μέρες αρχύτερα- αποφάσισα να παρουσιαστώ από την πρώτη πρώτη.
Παρασκευή 17 Απριλίου 2026
Στο Ελλαδιστάν 4 : Το σφυράκι
Τις προάλλες πήγαμε με την μικρή μου κόρη σε γνωστό πολυκατάστημα που πουλάει σκουπίδια για να πάρει ένα λευκό καπέλο και να το ζωγραφίσει.
Δευτέρα 23 Μαρτίου 2026
Πέμπτη 26 Φεβρουαρίου 2026
Σάββατο 7 Φεβρουαρίου 2026
Πέμπτη 15 Ιανουαρίου 2026
Στο Ελλαδιστάν 2: Η θλίψη
Ήταν ένα καλοκαίρι προς τα τέλη του περασμένου αιώνα στο κατάστρωμα της "Δημητρούλας".
Παρασκευή 9 Ιανουαρίου 2026
Στο Ελλαδιστάν 1 : Σύγχρονη ελληνική ιστορία
Με λίγα λόγια αλλά απόλυτη ακρίβεια, τα τελευταία ογδόντα χρόνια της νεοελληνικής Ιστορίας μπορούν συνοψιστούν στα εξής:
Σάββατο 29 Νοεμβρίου 2025
Κυριακή 2 Νοεμβρίου 2025
Τετάρτη 9 Οκτωβρίου 2024
Τρίτη 12 Οκτωβρίου 2021
"Οι σαράντα δράτσοι" ( Ένα φρανκενστάιν λαϊκό παραμύθι )
Μια
φορά τσαι έναν τσαιρό ήταν τρία αδέρφια που ζούσανε σε ένα ξέφωτο στο τσέντρο ενός πολύ μεγάλου δάσους. Τσαι ήτανε πολύ φτωχά. Τσαι δεν είχανε ψωμί να φάνε. Μόνε μία μέρα λέει ο
μεγαλύτερος:
Πέμπτη 21 Νοεμβρίου 2019
"Αποκάλυψη" ( Μια σύντομη ιστορία επιστημονικής φαντασίας)
Οκ. Το ΄χω! Ιδού η πρώτη μου ιστορία επιστημονικής φαντασίας
Δευτέρα 10 Ιουνίου 2019
Ο μεγάλος κόκκινος γάτος με την μεγάλη πράσινη ουρά. (Παραμύθι, ας πούμε)
[Να διαβαστεί με την φωνή του Λέμονι Σνίκετ]
Κυριακή 21 Απριλίου 2019
Ο λύκος που ήθελε να φάει τα αστεράκια. (Παραμύθι)
Κι εδώ μιλάμε για ένα μεγάλο και πυκνό δάσος. Κι έναν λύκο. Αλλά δεν ήταν σαν τους άλλους. Ούτε το δάσος· ούτε κι ο λύκος...
Κυριακή 26 Οκτωβρίου 2014
Τρεις κωμικές ιστορίες τρόμου: "Το πρώτο μου φάντασμα", "Εκουζουλάθης, σύντεκνε;", "Το σταυροδρόμι"
Μολονότι κάτι σκάρωνα κατά καιρούς σε στιχάκια, με το πεζό λόγο δεν είχα ποτέ καλές σχέσεις. Μπορεί να είναι απότοκο της έκθεσης ιδεών και της αηδίας των πανελληνίων. Μια φορά μόνο αποπειράθηκα να γράψω ένα σπονδυλωτό πεζό με τον πομπώδη τίτλο "Θραύσματα και αναμνήσεις από μια χαμένη άνοιξη" το οποίο ξεκινούσε υποτίθεται την πρώτη μέρα της άνοιξης σε μια συναυλιά των Ramones και τελειώνε με μια καταρρακτώδη βροχή την πρώτη μέρα του καλοκαιριού. Δεν το τελείωσα ποτέ, ούτε ξέρω τι απέγινε. Πάντως, πριν κάποια χρονιά με αφορμή μια εργασία που είχα βάλει σε μαθητές μου, να γράψουν μια ιστορία τρόμου, έκατσα κι έγραψα κι εγώ τρεις ιστοριούλες τρόμου. Κοινό στοιχείο τους είναι το υπομονευτικά κωμικό στοιχείο και το γεγονός ότι ...δεν είναι δικές μου. Η υπόθεση δηλαδή. Τις διασκεύασα διανθισμένες με φανταστικά και αυτοβιογραφικά στοιχεία.
Το πρώτο μου φάντασμα
Ήμουν, που λέτε, ένα καλοκαίρι στο χωριό μου, πολλά χρόνια πριν, και ξαφνικά συνέβη κάτι κι έπρεπε να ανέβω κατεπειγόντως στην Αθήνα. Βούτηξα, λοιπόν, το παλιό Σταρλετάκι του αδερφού μου (ο οποίος νόμιζε ότι του το κλέψανε και στο μεταξύ πήρε τηλέφωνο την Αστυνομία) και ξεκίνησα οδηγώντας λίγο μετά το όρια της νομιμότητας από τη βιασύνη. Οι στροφές στην Τσακώνα και τη Μεγαλόπολη ήταν δοκιμασία για τα νεύρα μου και καθώς μάλλον με σάρκαζε το σύμπαν ένα κομβόι φορτηγών με καθήλωσε σε ρυθμό σημειωτόν. Οπότε η αργοπορία και η αδημονία ήταν αυτές που πατούσαν το γκάζι μετά, που πέρασα την Τρίπολη και βρήκα δρόμο καλό να τρέξω. Σουρούπωνε αλλά οι αχτίνες του
Στην αρχή το είχα και λίγο στο νου μου και έριχνα κλεφτές ματιές στον καθρέφτη. Δεν έγινε τίποτα όμως και γρήγορα ξαναπάτησα το γκάζι, να ξανακερδίσω το χαμένο χρόνο... Και ξαφνικά το ξαναείδα να με πλησιάζει με ταχύτητα, το ίδιο λευκό πράγμα , το ακαθόριστο και το ένοιωσα πάλι στο σβέρκο μου και
παραλίγο να μου φύγει το αμάξι από το δρόμο, γιατί με έπιασε κρύος ιδρώτας και πάγωσα και τα χέρια μου δεν με υπάκουαν και σαν απομηχανής θεός βρέθηκε κείνο το πάρκινγκ και μπήκα και σταμάτησα και κοίταξα πίσω... Τίποτα πάλι...Ομολογώ ότι είχα αρχίσει να τρομάζω. Δεν είναι ότι πιστεύω στα φαντάσματα, αλλά τι άλλο μπορεί να ήταν, κύριε Σκρούτζ, αυτό το λευκό, αέρινο, παλλόμενο, άμορφο πράγμα, που μπορούσε να εμφανίζεται και να εξαφανίζεται όποτε ήθελε? Το ότι είχε αρχίσει να νυχτώνει και -το παραδέχομαι- φοβόμουνα λιγάκι μοναχός μου στην ερημιά, και μάλιστα με ένα φάντασμα παρέα, ήταν ο μόνος λόγος που ξαναμπήκα στο αυτοκίνητο και ξαναξεκίνησα... Η προηγούμενη βιασύνη μου με είχε εγκαταλείψει... Τώρα βιαζόμουνα, για να τελειώσω μια ώρα αρχύτερα αυτό το εφιαλτικό ταξίδι. Πριν γεμίσουν πάλι οι καθρέφτες μου - εννοείται ότι κρυφοκοίταζα- από αυτό. Δεν ήξερα καν πως να το πω... Και καθώς ανέπτυσσα πάλι ταχύτητα, έτυχε και σήκωσα το χέρι μου να ξύσω το αυτί μου από νευρικότητα την ώρα ακριβώς που το ' δα στον καθρέφτη να ξανάρχεται και το άγγιξα...
Το άγγιξα λέω, και το μυστήριο λύθηκε, όχι γιατί τα φαντάσματα είναι άυλα, αλλά γιατί αυτό που άγγιξα ήταν η επένδυση στον ουρανό του αυτοκινήτου που είχε τρυπήσει κάπου και όταν έτρεχα με μεγάλη ταχύτητα ο αέρας από το ανοιχτό παραθυρό έμπαινε μέσα και τη φούσκωνε... Περιττό να πούμε πως, αφού πρώτα ανακουφίστηκα, διασκέδασα πάρα πολύ με το γεγονός και μια πήγαινα αργά, μια επιτάχυνα και, όταν έβλεπα στο καθρέφτη το "πρώτο μου φάντασμα", του κάνα: Μποοοοοουουουουουουού! Εννοείται έφτασα με μεγάλη καθυστέρηση στην Αθήνα... Αλλά και τι πειράζει; Αποδείχτηκε τελικά ότι δεν είχα καν λόγο να βιάζομαι...
(Η ιστορία που σας λέω είναι αληθινή. Εννοείται, βέβαια, ότι δεν συνέβη σε μένα... Κάποτε, όταν ήμουν στην ηλικία σας, το Β' πρόγραμμα της Ε.Ρα. είχε μια εκπομπή με τίτλο "Η πρώτη φορά", στην οποία ακροατές αφηγούνταν την πρώτη φορά που τους συνέβη κάτι. Αυτή ήταν η ιστορία ενός ακροατή με τίτλο "Το πρώτο μου φάντασμα". Τη θυμήθηκα όταν ο Μιχάλης Μπαλ. από το Α2 μου ζήτησε να κάνουμε το κείμενο της Ιορδανίδου και το διάβασα. Είπα να την διασκευάσω γι αυτή την ανάρτηση.... Πλάκα δεν θα ' χει να είναι αναγνώστης μου ο πρωταγωνιστής στην ιστορία και να την διαβάσει, τόσα χρόνια μετά? Θεωρείται, επίσης, αυτονόητο ότι ως οδηγοί σε καμιά περίπτωση δεν ενεργούμε όπως ο ήρωας της ιστορίας. )
"Εκουζουλάθης, σύντεκνε;"
Η παρακάτω ιστορία είναι πραγματική. Συνέβη σ' έναν εξ αγχιστείας ξάδερφό μου, όταν ήταν δόκιμος της Σχολής Χωροφυλακής κάπου στην δεκαετία του '50. Ο ξάδερφος, πέρα από ιδιαίτερα προληπτικός, φοβάται πολύ τους πεθαμένους. Την λαθράκουσα, όταν ήμουν παιδάκι, να την αφηγείται ο ίδιος στον πατέρα μου ...
" Ήμουνα, που λες μπάρμπα στη σχολή τση Χωροφυλατσής, τσε μ' είχανε βάλει ψηλά σ' ένα βουνό να φυλάω. Μαύρα μεσάνυχτα. Φτου, φτου, φτου! Στις τρεις θα 'παυα γω τσαι θα ρχότανε ο άλλος. Έκατσα, μπάρμπα, και τήραγα απο δω τσ' απο τσεί, στζαζόμουνα τσε λίγο, μη βγει καμιά λάμια τσαι με πάρει... Εν πέρναγε η ώρα. Κράταγα ένα μπεγλεράτσι, το παιζα, φούμαρα λιγάτσι. Τήραξα κι είδα τσι είχε ένα κλησσάτσι τσει δα δίπλα. Λέω του νου μου,
-"Χάε, Β..., ν' ανάψεις ένα τσεράτσι στον άγιο, να μη σε φάνε οι στρίγγλες μοναχό σου παδά!"
Φτου, φτου, φτου! Πήγα, μπάρμπα, άναψα το τσεράτσι μου και μετά δεν ξέρω ποίος διάλος με καβάλητσε τσαι πήγα στο ιερό. Ηύρα κάτι κουτιά μέσα, άνοιξα ένα, λέω:
- Τίνα να 'ναι παδά μέσα;
Κάτι στροτζυλά 'τανε με κάτι τρούπες τσε κάτι μακρουλά σα ραβδία. Άναψα το τσακμάκι μου τσι ήτανε κόκκαλα, μπάρμπα... Πεθαμένοι!!!!! Στην κοκκαλίστρα είχα πάει!!!! Βγήκα όξω και πιλάλαγα σαν μουρλός... Φτου, φτου, φτου! Τσ' από την τρομάρα μου τσαι την πιλάλα μο 'πεσε το πηλίτσιο μου. Τσαι που να πάγαινα χωρίς πηλίτσιο στην αναφορά ταχιά το πρωί;
-Δεν πειράζει, θα στείλω τον άλλο που θα με παύσει, λέω
Στις τρείς ήρθε ο άλλος, φουμάραμε ένα τσιγαράτσι τσαι του λέω:
- Ε, συνάδελφε! Τσαι δεν πας τσειδά ν' ανάψεις ένα τσεράκι τσαι να μου φέρεις τσαι μένα το καπελάτσι μου που μο 'πεσε;
- Ήντα λες, μπρε σύντεκνε? Εκουζουλάθης; Έει κοκκάλες μέσα!!!
Τσ' έμεινα τσειδα, μπάρμπα, μέχρι το πρωί!!! "
Χοχο!
Το σταυροδρόμι
Όταν ήμουνα μικρός, ο πατέρας μου με αποκαλούσε "Ηρακλή" καμαρώνοντας, γεμάτος περηφάνια, που ήμουν παιδί άφοβο και τολμηρό για την ηλικία μου. Εγώ χαιρόμουνα, βέβαια, αλλά αισθανόμουνα ότι τον κοροϊδεύω... Διότι η αλήθεια ήταν- και ντρεπόμουνα και να το πω και που δεν το 'λεγα - πως δεν ήμουνα τελείως ατρόμητος. Φοβόμουνα δυο πράγματα. Το σκοτάδι και τα νεκροταφεία με τους πεθαμένους. Και μπορεί με εκλογικεύσεις ή εξαναγκάζοντας τον εαυτό μου να αντιμετωπίσει τους φόβους του δίνοντας μου ο ίδιος θάρρος ή προσπαθώντας να με φέρω στο φιλότιμο με απειλές και νουθετήσεις, να τον υπερνικούσα τον έναν από τους δύο φόβους κάθε φορά, αλλά στον συνδυασμό δεν μπορούσα να κάνω τίποτα, σήκωνα τα χέρια ψηλά. Στην κυριολεξία! Κι μετά έπιανα το κεφάλι μου, και μ' έπιανε κρύος ιδρώτας και σύγκρυο, κι έμενα ασάλευτος με μάτια κλειστά. Τίποτα δεν μπορούσε να με κάνει να το ξεπεράσω...
Το χωριό μου αποτελείται από μια σειρά από μικρά χωριουδάκια. Εγώ έμενα σ' ένα από αυτά, το μικρότερο, κι επειδή ήμουν το μόνο παιδί εκεί, έφευγα για να παίξω στο διπλανό χωριουδάκι που ήταν μεγαλύτερο κι είχε κι άλλα παιδιά...
Το σπίτι μου ήταν στην άκρη του χωριού μου και για να φτάσω εκεί επιστρέφοντας, έφτανα σ' ένα σταυροδρόμι κι είχα δυο δρόμους. Ο ένας ήταν να συνεχίσω τον δρόμο τον αμαξιτό κάνοντας, όμως, έναν μεγάλο κύκλο γύρω απ' όλο το χωριό και να φτάσω στο σπίτι μου. Ο άλλος ήταν το μονοπάτι του νεκροταφείου που έκοβε εγκάρσια το χωριό και με έβγαζε αμέσως στο σπίτι μου. Την ημέρα ο δρόμος αυτός ήταν χαρά θεού, με τον ήλιο να λάμπει, τα πουλάκια να κελαηδούν, τον αέρα να θροΐζει περνώντας μέσα από τα πυκνά δέντρα και το ρυάκι του χωριού να κελαρύζει παραδίπλα. Αλλά την νύχτα, τα κυπαρίσσια μοιάζαν με απειλητικά δάκτυλα άγνωστων και γιγαντιαίων πλασμάτων, το φως του φεγγαριού ή των κολόνων της Δ.Ε.Η. καθώς μπερδεύεται μέσα στα δέντρα και χάνει το δρόμο του τα κάνει να μοιάζουν με απειλητικές σκιές νεκρών που έτοιμα είναι να σε αρπάξουν, ο αέρας συρρίζει περνώντας μέσα από τα κάγκελα του νεκροταφείου κι οι κοασμοί των βατραχιών μεγενθυμένοι από τον φόβο μου ακούγονταν σαν Λάμιες και ξωτικά. Όταν περνούσα από κει με τους γονείς μου, κρατούσα πάντα το μπατζάκι του πατέρα μου ή τη φούστα της μάνας μου κι όταν καμιά φορά ακουγόταν το πένθιμο και μονότονο κρώξιμο καμιάς κουκουβάγιας, προάγγελο θανάτου τις θεωρούσαμε, τα 'σφιγγα μέσα στο χέρι και ζάρωνα πίσω τους όλος αγωνία. Φρόντιζα λοιπόν, όταν ήμουν μονάχος μου, να παίρνω τον δρόμο του νεκροταφείου μόνο την μέρα. Αλλιώς, παρίστανα τον αθλητή τάχα και έκανα τρέχοντας όοοοοοοοοοοοοοοοοοοολο τον μεγάλο δρόμο, πράγμα βολικό κιόλας, γιατί και στο σκοτάδι είπαμε δεν αισθανόμουν άνετα και τέλειωνε μια ώρα αρχύτερα η δοκιμασία...
Μια μέρα είχα πάει στο διπλανό χωριό να παίξω κι είχα στον νου μου να γυρίσω στο σπίτι να δω την αγαπημένη μου εκπομπή, "Τα στρουμφάκια", τα παιδικά τα βάζανε πιο αργά τότε. Ξεχάστηκα, όμως, στο παιχνίδι κάτω από τον λαμπρό ήλιο και το θυμήθηκα όταν άρχιζε πια να σουρουπώνει. Έφυγα τρεχάτος, γεμάτος αγωνία, γιατί καταλάβαινα πως δεν θα έφθανα στο χωριό πριν νυχτώσει και θα αναγκαζόμουνα για να μη περάσω από το δρόμο του νεκροταφείου να κάνω όοοοοοοοοοοολο το μεγάλο και μακρινό δρόμο κι όταν θα έφθανα στο σπίτι τα "Στρουμφάκια" θα είχαν τελειώσει. Κι ο φόβος μου αυτός- που ο ίδιος βάραινε το βήμα μου- επαληθεύτηκε κι είχα μονάχα την ελπίδα πως - δεν μπορεί!- κάποιον θα συναντήσω να με περάσει...
Ξεψυχισμένος και ξέπνοος έφτασα στο σταυροδρόμι κι - ω του θαύματος!!!!- είδα μέσα στο μισοσκόταδο έναν τύπο απροσδιόριστης ηλικίας, ντυμένο στα μαύρα. Ήταν ακουμπισμένος στην αυλόπορτα του νεκροταφείου και κοιτούσε τα χέρια του σαν να' στριβε τσιγάρο. Δεν φοβήθηκα! Είμαστε μικρό χωριό. "Επισκέπτης σε κάνα γείτονα θα 'ναι", λέω, "κι ήρθε ν' ανάψει κάνα κερί".
Χαρούμενος που δεν θα έκανα όοοοοοοοοοοοοοοοολο το μεγάλο δρόμο, πήρα αποφασιστικά τον δρόμο του νεκροταφείου.
-"Καλησπέρα, μπάρμπα", του λέω θαρρετά!
-"Καλησπέρα, παιδάκι μου."
Ήμουν τόσο γεμάτος ευγνωμοσύνη που δεν θα χρειαζόταν να κάνω όοοοοοοοοοοοοοολο το μεγάλο δρόμο, που αισθάνθηκα την ανάγκη να του ανοίξω την καρδιά μου και να του πω ευχαριστώ!
-" Να ' σαι καλά που είσαι εδώ. Φχαριστώ!! Ξέρεις, μπάρμπα, τα σκιάζομαι τα νεκροταφεία και τους πεθαμένους κι άμα δεν ήσουνα θα πήγαινα από τον άλλο τον δρόμο", λέω.
-"Μην ανησυχείς, παιδάκι μου. Κι εγώ φοβόμουνα όταν ήμουνα ζωντανός, αλλά τώρα είδα ότι δεν υπάρχει λόγος..."
[Η διασκευασμένη αυτή ιστορία είναι αφιερωμένη στη μνήμη του πατέρα μου ο οποίος συνήθιζε να την αφηγείται υπό μορφή αστείας ιστορίας. Ήταν ένα από τα δυο ανέκδοτα που έλεγε. Το άλλο ήταν με το μοτοσικλετιστή που φόρεσε το μπουφάν ανάποδα, έπαθε
ατύχημα και δήλωσε μετά ο αυτόπτης μάρτυρας που πρόσφερε τις πρώτες
βοήθειες ότι "ζούσε μέχρι που του γύρισα το κεφάλι στη θέση του"...]
Παρασκευή 18 Μαΐου 2012
Αναφορά στον Φραγκίσκο. Μέρος 10ο (και τελευταίο). Σήμερα...
ΕΠΙΛΟΓΟΣ Το σήμερα(και με δέκα μήνες καθυστέρηση...)
Έχουν περάσει δέκα χρόνια απ’ την πρώτη γραφή αυτής της αναφοράς, Φραγκισκούλη μου, και τα πάντα έχουν αλλάξει κι έχουν μείνει ίδια. Να, εγώ, ας πούμε, μένω σε μια άλλη πόλη – που χει και μια μεγάλη εκκλησία σου- και ζω μια τελείως διαφορετική ζωή από τότε… Όμως ο ίδιος πάντα μένω. Αλλά δεν είμαι γω το θέμα. Είναι τα ζώα και τα φυτά. Το ίδιο όμως, συμβαίνει και μ΄ αυτά. Αλλά γλιτώσανε, άλλα δεν άντεξαν, άλλα ήρθανε και φύγαν, κάποια είναι ακόμα εδώ.
Το Δεντρό μας, ας πούμε, έπεσε ξανά θύμα της κορμοστασιάς του κι ένας βοριάς έριξε το μισό. Ήτανε τη χρονιά που κατέπεσε ο πατέρας μου, αλλά μάλλον δεν έχει σχέση… Γιατί αυτός πέθανε μετά, ενώ εκείνο είναι ακόμα όρθιο…

Και η τριανταφυλλιά που λέγαμε, ακόμα θάλλει, ανθίζει και ξεχύνεται…
Η Σούλα, όμως, δεν υπάρχει πια. Όταν χώρισα κι άλλαξα σπίτι, βρήκα ένα σκοτεινό διαμέρισμα στη Βικτώρια, προσωρινά έλεγα κι έμεινα τρία χρόνια… Την πήρα μαζί μου… Εγώ άντεξα το σκοτάδι, αυτή/ός όχι. Παρόλη τη φροντίδα μου, ξεράθηκε στις αρχές του 2005.
Κι η Γάτα είναι ακόμα ζωντανή, η κόρη της Βάσως. Έχει το γονίδιο της γιαγιάς της Λίζας, η κορακοζώητη, που ‘φτασε 20 χρονών… . Κι ακόμα η μάνα μου κι Αντώνια ψευτοτσακώνονται… «Δική σου είναι η γάτα…», «Τι λες τώρα, αφού σε σένα κοιμάται». Κι η γάτα απτόητη το ‘χει δίπορτό, αδιάφορη για τη διαφωνία… Μόνο που πια τα χρόνια την έχουν γλυκάνει… Είναι πολύ ήμερη, χαδιάρα κι, ακόμα, κάνει τούμπες και κεφαλιές… Δεν ακούει κιόλας, οπότε της είναι εύκολο...
Το ανώνυμο γατί της δεν υπάρχει πια. Δεν πήρα χαμπάρι, πως έζησε, πως έφυγε… Κάποια στιγμή παρατήρησα σε μια από τις αραιές μου επισκέψεις πως δεν υπήρχε.
Κάπου στα μέσα του 2006 χάθηκε και ο Ντάβιντς, θύμα της γοητείας του και της αλανιάσης του. Σε κάποιο καυγά με έναν άλλο γάτο, πληγώθηκε, μολύνθηκε και πέθανε…
Η Λουντμίλλα έφερε με επιτυχία το τίτλο της γάτας του σπιτιού. Διατήρησε μέχρι το τέλος της την καλλίγραμμη σιλουέτα και τις αέρινες κινήσεις… Κάποια στιγμή δεν ξαναήρθε στο σπίτι κι εξαφανίστηκε… Είναι γάτα, αρα αυτό σημαίνει ότι πέθανε… Κάπου μέσα στο 2008.
Στο μεταξύ, είχε προλάβει και είχε γεννήσει τα επόμενα γατάκια . Ο ένας ήταν ίδιος με τον μπάρμπα του τον Ντάβιντς. Πολύ χαδιάρης και ευγενικός γάτος, αλλά με μια έκφραση αμφιβολίας στο μάτι… Χαρακτηριστικό του είναι ότι νιαουρίζει συχνά και μάλιστα "συζητάς" μαζί του. Λες κάτι εσύ, δηλάδη, «νιάου», λέει ο γάτος. «Σοβαρά; Τι λες, ρε παιδί μου…» συνεχίζεις εσύ? «Νιάου, νιάου», συμφωνεί κι επαυξάνει ο γάτος. Και ούτω καθεξής… "Φωνακλάς" το λοιπόν. Και, γιατί σας κόβω πολύ ΄δυσπιστους και τέτοια... Ορίστε:
Ο άλλος είναι κόκκινος και άσπρος με τιγροειδείς ρίγες. Ο Κόκκινος, λοιπόν. Πολύ ευγενικό γατί, δεν αφήνεται συχνά να τον χαϊδέψεις αλλά είναι πολύ καλόκαρδος και αγαπησιάρης… Συνήθιζε να ακολουθεί την μάνα μου, καθώς πηγαίνει στα χωράφια να κάνει τις δουλείες του. Και λέω συνήθιζε, γιατί φέτος, το καλοκαιρι του ’11, πέθανε κι αυτός, προς μεγάλη θλίψη της μάνας μου ('επι του πιεστηρίου: Ο Κοκκινος είναι ακόμα Ζωντανός).

Μια γέννα μετά, την τελευταία της Λουντμίλλα, γεννήθηκε ακόμα ένας γάτος, ίδιος κι αυτός με τον Ντάβιντς αλλά πιο μικρόσωμος και ελάχιστα εξημερωμένος, που το βάζει στα πόδια αν τον πλησιάσεις… . Ας τον πούμε λοιπόν, Σπήντι Γκονζάλες…
Μαζί με το απόλυτο Καλό, την Αγία Τριάδα, τα τρία αυτά γατιά, η Λουντμίλλα γέννησε και το απόλυτο Κακό. Χαρακτηριστικό των γατιών μας ήταν πάντα ότι, όχι μόνο ανεχόταν το ένα το άλλο, αλλά ζούσανε κιόλας μαζί σαν οικογένεια… (Που άμα το δεις και με ανθρωπινούς όρους ήταν κιόλας). Αυτός όμως δεν ίσχυε για τον επονομαζόμενο από μένα κατά καιρούς Killer, Ψυχάκια, Χάνιμπαλ (εκ του κυρίου Λέκτερ), Βεληγκέκα και άλλα παρόμοια. Μια γέννα προγενέστερος από τους άλλους δυο γάτους που προανέφερα, τον Κόκκινο και τον Φωνακλά. Και την είδε ξαφνικά πολύ ανταγωνιστικά και οριοθετώ την περιοχή μου και γαμάω ότι κινείται, τα θηλυκά κυριολεκτικά, τα αρσενικά μεταφορικά… Άρχισε λοιπόν να κυνηγάει τους άλλους αρσενικούς γάτους που υπήρχαν … Και η σωματική του διάπλαση του επέτρεψε να επιβάλει τους όρους του… Κάτω από το γιγαντιαίο για γάτο μαυρόασπρο σώμα του κρύβονται σφιχτοί και δυνατοί μύες που ισχυροποιούν τη ρητορική του. Και το κορμί του κατασημαδεμένο από τις πολυάριθμες μάχες του.
Και κάνα χρόνο τώρα, οι τρεις γάτοι, δυο πλέον, ζούνε εξόριστοι… Γυρνάνε στα χωράφια, κυνηγάνε και τρώνε. Ζούνε στο σταύλο που κλείνει η μάνα μου τις γίδες της κι εκεί τους πάει φαγητό. Ή τα τάιζε σε μια αποθήκη που εχουμε κι έχει στην κορυφή ένα μικρό παραθυράκι… Αυτοί είναι ευκίνητοι και μπορούν να μπουν, ενώ το θηρίο, που είναι βαρύ, όχι… Έτσι είναι ασφαλείς… Καμιά φορά, τα βράδια κυρίως, κάνουν κάποιες επισκέψεις με μεγάλες προφυλάξεις κι ερχόμενοι από το πίσω μέρος του σπιτιού…
Καταλαβαίνει κανείς εύκολα, ότι ένας τέτοιος γάτος δεν έχει πολλές συμπάθειες. Σκεφτόμουνα, λοιπόν, να τον βάλω στο αμάξι και να τον εξορίσω… Να τον αφήσω σε κάποιο άλλο χωριό… Πλην έπρεπε να τον πιάσω για να τον βάλω σε ένα κουτί και να τον αφήσω… Άρα έπρεπε κάπως να του κερδίσω την εμπιστοσύνη. Κι, αφήνοντας κατά μέρος που αισθανόμουνα μέγας υποκριτής καθώς του έκανα το φίλο ενώ του έσκαβα το λάκκο, με έκπληξη συνειδητοποίησα ότι το κτήνος έχει ψυχή… Απλά κανείς δεν του το πε… Και χαδιάρης είναι, και ναζιάρης και κεφαλιές ρίχνει… Και δεν αισθάνεται ότι κάνει κάτι κακό… Θέλει ότι και κάθε άλλη γάτα… Προσοχή και στοργή. Συγνώμη, πείτε με αδύναμο, αλλά δεν μπόρεσα να το κάνω… Φυσική επιλογή… Τουλάχιστον, δεν τα εξοντώνει, απλά τα διώχνει. Κι ούτε τα κυνηγάει, όταν είναι μικρά γατάκια, να τα πνίξει όπως άλλοι γάτοι. Ποιος ξέρει; Ίσως η τρυφερότητα και η ..τρυφηλότητα κατασιγάσουν τα πάθη του και μάθει να ζει και με τα υπόλοιπα… (Το ξέρω, λέω μαλακίες! Βοηθήστε με! Θέλω να τον διώξω και δεν μπορώ... Είναι γάτος. Με τουμπάρει μονο και μόνο για αυτό!!!! )
Μισό λεπτό… Η Λουντμίλλα πέθανε… Τα γατιά της είναι αρσενικά…. Είναι αυτό το τέλος της «Νηρηιδικής Δυναστείας»; Το άλλο μισό λεπτό. Και ο αδερφός μου και η αδερφή μου έχουνε πάρει γατάκια μικρά για τα παιδιά τους… Στην ίδια γέννα με τον Φωνακλά και τον Κόκκινο ήταν ένα γατάκι ακόμα… Οι γάτες, ως γνωστόν, μένουν έγκυες το Γενάρη, γεννάνε τέλη Μάρτη, το Πάσχα περίπου τα εμφανίζουν κι εγώ, που τυχαίνει να είμαι εκεί τότε, ψιλο/μισοημερεύω κανένα. Η Ελένη και η Ρεβέκκα, οι κόρες της Ολυμπίας, τα είδανε και θέλανε ένα γατάκι (μάλλον τις έψησε η μάνα τους… Γιατί είχε κήπο πια και μπορούσε να έχει γάτα… ). Τους άρεσε ο Κόκκινος, πλην δεν το μπορούσαν να τον πιάσουν- και την πάτησε ο καημένος-, και έτσι πήραν το τρίτο, ένα πετρωτό γατάκι που είχα προλάβει να ημερέψω… Η γάτα αυτή ονομάστηκε Σίσυ και έτυχε μεγάλων θωπειών και φροντίδων… Για λόγους πάντως που δεν είναι της παρούσης και, μεταξύ μας, δεν τους ξέρω, η Σίσυ, μεγάλη γάτα πια χαδιάρα κι εξημερωμένη, επέστρεψε στις ρίζες… Την γύρισε πίσω η αδερφή μου. Μένει πια στο χωριό κι εκτελεί χρέη γάτας του σπιτιού… Μετονομάστηκε άτυπα από τη μάνα μου σε «Ολυμπίτσα», δηλωτικόν την προέλευσης, και ιδού:
Νηρηιδική γάτα 5ης γενιάς…
Πέρσι το Πάσχα η Σίσυ/Ολυμπίτσα γέννησε δυο γάτους. Ο ένας γάτος είναι πετρωτός και πολύ μικρόσωμος, τόσο που νόμιζα πως είναι γάτα. Είναι σχετικά ήμερος αλλά πολύ δειλός και συνεσταλμένος… Για αυτό ας τον ονομάσουμε Χεστρούλη…
Ο άλλος είναι πανέξυπνος και μεγάλος. Το τρίχωμα του είναι πετρωτό, αλλά πιο σκούρο, και μου θυμίζει τον Σουλεϊμάν. Δεν είναι απόλυτα εξημερωμένος. Δεν φοβάται τους ανθρώπους, αλλά δεν κάθεται να τον χαϊδέψεις. Άμα υπήρχαν Ολυμπιακοί Αγώνες γάτων, θα είχαμε σίγουρο χρυσό μετάλλιό στο ύψος. Δεν έχει συνηθίζει να τον αγγίζουν, κι, άμα εκεί που δεν το περιμένει τον ακουμπήσεις, τινάζεται έναμιση μέτρο ύψος… Για αυτό, ας τον πούμε χαριτολογώντας Σαλταπήδα. Οι σχέσεις του με τον Κίλλερ έχουν αρχίσει να χαλάνε, αλλά δείχνει να αντιστέκεται… Λες να είναι η νέμεση του; Το χαρακτηριστικό του είναι ότι, άμα του απλώσεις το χέρι, σου δίνει και το δικό του. Για αυτό, χαριτολογώντας πάντα, τον έλεγα μια εποχή Βουλευτή Καλοχαιρέτα… Του ‘ χω αδυναμία του μπαγάσα…
Και φτάσαμε στις φετινές αφίξεις στο οικογενειακό μας Ληξιαρχείο Γάτων…
Τα δυο νέα γατιά της Σίσσυς/Ολυμπίτσας. Το ένα δεν είμαι ακόμα σίγουρος αν είναι αρσενικό η θηλυκό… Για αυτό ας το πούμε Ορλάντο. Κατά πάσα πιθανότητα είναι αρσενικό. Φέρει το χρωματισμό που πρωτοεισήγαγε ο παππούς του ο Ντάβιτς και φέρουν ακόμα οι μπαρμπάδες του /πατεράδες του Φωνακλάς και Σπίντι . Ας πούμε, λοιπόν, ότι είναι Ντάβιντς τρίτης γενιάς… Θεωρώ ότι είναι πια ήμερος γάτος, αν κι είναι εξελίξιμος… [Αρσενικός είναι...]
Το άλλο γατάκι είναι γατούλα. Είναι κι αυτή όμοια με τον αδερφό της, μόνο που στα πλουμιστά σημεία του τριχώματος έχει πολλές κόκκινες τρίχες… Η Ρεβέκκα, η κόρη του αδερφού μου, την ονόμασε Πεντάμορφη… Το μέλλον της προοιωνίζεται λαμπρό… Αναγορεύτηκε ήδη από την μάνα μου ως η επόμενη γάτα του σπιτιού, γιατί της θυμίζει τον Κόκκινο, τον γάτο της! «Είναι παιδί του…»
Θα κάνουμε άραγε την έκπληξη και η Νηρηιδική γάτα 6ης γενιάς δεν θα φέρει τα ... παραδοσιακά χρώματα; Δεν ξέρω. Πάντως, αν βρεθείς ετούτη τη στιγμή στο πατρικό μου, θα δεις αρντανιασμένες χύδην από δω κι από κει από τον θερινό καύσωνα τον Κίλλερ, τη Γάτα, την Πεντάμορφη, τον Ορλάντο, τη Σίσυ/Ολυμπίτσα, τον Χεστρούλη, τον Σαλταπήδα… Και μέσα από τα φυλλώματα, πίσω από το σπίτι, να ξεπροβάλουν δειλά και να νιαουρίζουν τον Φωνακλά, τον Κόκκινο και τον Σπήντι…
Κανένα δεν είναι η Ζόρικη… Αλλά καλά είναι!!!
Έχουν περάσει δέκα χρόνια απ’ την πρώτη γραφή αυτής της αναφοράς, Φραγκισκούλη μου, και τα πάντα έχουν αλλάξει κι έχουν μείνει ίδια. Να, εγώ, ας πούμε, μένω σε μια άλλη πόλη – που χει και μια μεγάλη εκκλησία σου- και ζω μια τελείως διαφορετική ζωή από τότε… Όμως ο ίδιος πάντα μένω. Αλλά δεν είμαι γω το θέμα. Είναι τα ζώα και τα φυτά. Το ίδιο όμως, συμβαίνει και μ΄ αυτά. Αλλά γλιτώσανε, άλλα δεν άντεξαν, άλλα ήρθανε και φύγαν, κάποια είναι ακόμα εδώ.
Το Δεντρό μας, ας πούμε, έπεσε ξανά θύμα της κορμοστασιάς του κι ένας βοριάς έριξε το μισό. Ήτανε τη χρονιά που κατέπεσε ο πατέρας μου, αλλά μάλλον δεν έχει σχέση… Γιατί αυτός πέθανε μετά, ενώ εκείνο είναι ακόμα όρθιο…
Και η τριανταφυλλιά που λέγαμε, ακόμα θάλλει, ανθίζει και ξεχύνεται…
Η Σούλα, όμως, δεν υπάρχει πια. Όταν χώρισα κι άλλαξα σπίτι, βρήκα ένα σκοτεινό διαμέρισμα στη Βικτώρια, προσωρινά έλεγα κι έμεινα τρία χρόνια… Την πήρα μαζί μου… Εγώ άντεξα το σκοτάδι, αυτή/ός όχι. Παρόλη τη φροντίδα μου, ξεράθηκε στις αρχές του 2005.
Κι η Γάτα είναι ακόμα ζωντανή, η κόρη της Βάσως. Έχει το γονίδιο της γιαγιάς της Λίζας, η κορακοζώητη, που ‘φτασε 20 χρονών… . Κι ακόμα η μάνα μου κι Αντώνια ψευτοτσακώνονται… «Δική σου είναι η γάτα…», «Τι λες τώρα, αφού σε σένα κοιμάται». Κι η γάτα απτόητη το ‘χει δίπορτό, αδιάφορη για τη διαφωνία… Μόνο που πια τα χρόνια την έχουν γλυκάνει… Είναι πολύ ήμερη, χαδιάρα κι, ακόμα, κάνει τούμπες και κεφαλιές… Δεν ακούει κιόλας, οπότε της είναι εύκολο...
Το ανώνυμο γατί της δεν υπάρχει πια. Δεν πήρα χαμπάρι, πως έζησε, πως έφυγε… Κάποια στιγμή παρατήρησα σε μια από τις αραιές μου επισκέψεις πως δεν υπήρχε.
Κάπου στα μέσα του 2006 χάθηκε και ο Ντάβιντς, θύμα της γοητείας του και της αλανιάσης του. Σε κάποιο καυγά με έναν άλλο γάτο, πληγώθηκε, μολύνθηκε και πέθανε…
Η Λουντμίλλα έφερε με επιτυχία το τίτλο της γάτας του σπιτιού. Διατήρησε μέχρι το τέλος της την καλλίγραμμη σιλουέτα και τις αέρινες κινήσεις… Κάποια στιγμή δεν ξαναήρθε στο σπίτι κι εξαφανίστηκε… Είναι γάτα, αρα αυτό σημαίνει ότι πέθανε… Κάπου μέσα στο 2008.
Στο μεταξύ, είχε προλάβει και είχε γεννήσει τα επόμενα γατάκια . Ο ένας ήταν ίδιος με τον μπάρμπα του τον Ντάβιντς. Πολύ χαδιάρης και ευγενικός γάτος, αλλά με μια έκφραση αμφιβολίας στο μάτι… Χαρακτηριστικό του είναι ότι νιαουρίζει συχνά και μάλιστα "συζητάς" μαζί του. Λες κάτι εσύ, δηλάδη, «νιάου», λέει ο γάτος. «Σοβαρά; Τι λες, ρε παιδί μου…» συνεχίζεις εσύ? «Νιάου, νιάου», συμφωνεί κι επαυξάνει ο γάτος. Και ούτω καθεξής… "Φωνακλάς" το λοιπόν. Και, γιατί σας κόβω πολύ ΄δυσπιστους και τέτοια... Ορίστε:
Ο άλλος είναι κόκκινος και άσπρος με τιγροειδείς ρίγες. Ο Κόκκινος, λοιπόν. Πολύ ευγενικό γατί, δεν αφήνεται συχνά να τον χαϊδέψεις αλλά είναι πολύ καλόκαρδος και αγαπησιάρης… Συνήθιζε να ακολουθεί την μάνα μου, καθώς πηγαίνει στα χωράφια να κάνει τις δουλείες του. Και λέω συνήθιζε, γιατί φέτος, το καλοκαιρι του ’11, πέθανε κι αυτός, προς μεγάλη θλίψη της μάνας μου ('επι του πιεστηρίου: Ο Κοκκινος είναι ακόμα Ζωντανός).
Μια γέννα μετά, την τελευταία της Λουντμίλλα, γεννήθηκε ακόμα ένας γάτος, ίδιος κι αυτός με τον Ντάβιντς αλλά πιο μικρόσωμος και ελάχιστα εξημερωμένος, που το βάζει στα πόδια αν τον πλησιάσεις… . Ας τον πούμε λοιπόν, Σπήντι Γκονζάλες…
Καταλαβαίνει κανείς εύκολα, ότι ένας τέτοιος γάτος δεν έχει πολλές συμπάθειες. Σκεφτόμουνα, λοιπόν, να τον βάλω στο αμάξι και να τον εξορίσω… Να τον αφήσω σε κάποιο άλλο χωριό… Πλην έπρεπε να τον πιάσω για να τον βάλω σε ένα κουτί και να τον αφήσω… Άρα έπρεπε κάπως να του κερδίσω την εμπιστοσύνη. Κι, αφήνοντας κατά μέρος που αισθανόμουνα μέγας υποκριτής καθώς του έκανα το φίλο ενώ του έσκαβα το λάκκο, με έκπληξη συνειδητοποίησα ότι το κτήνος έχει ψυχή… Απλά κανείς δεν του το πε… Και χαδιάρης είναι, και ναζιάρης και κεφαλιές ρίχνει… Και δεν αισθάνεται ότι κάνει κάτι κακό… Θέλει ότι και κάθε άλλη γάτα… Προσοχή και στοργή. Συγνώμη, πείτε με αδύναμο, αλλά δεν μπόρεσα να το κάνω… Φυσική επιλογή… Τουλάχιστον, δεν τα εξοντώνει, απλά τα διώχνει. Κι ούτε τα κυνηγάει, όταν είναι μικρά γατάκια, να τα πνίξει όπως άλλοι γάτοι. Ποιος ξέρει; Ίσως η τρυφερότητα και η ..τρυφηλότητα κατασιγάσουν τα πάθη του και μάθει να ζει και με τα υπόλοιπα… (Το ξέρω, λέω μαλακίες! Βοηθήστε με! Θέλω να τον διώξω και δεν μπορώ... Είναι γάτος. Με τουμπάρει μονο και μόνο για αυτό!!!! )
Πέρσι το Πάσχα η Σίσυ/Ολυμπίτσα γέννησε δυο γάτους. Ο ένας γάτος είναι πετρωτός και πολύ μικρόσωμος, τόσο που νόμιζα πως είναι γάτα. Είναι σχετικά ήμερος αλλά πολύ δειλός και συνεσταλμένος… Για αυτό ας τον ονομάσουμε Χεστρούλη…
Ο άλλος είναι πανέξυπνος και μεγάλος. Το τρίχωμα του είναι πετρωτό, αλλά πιο σκούρο, και μου θυμίζει τον Σουλεϊμάν. Δεν είναι απόλυτα εξημερωμένος. Δεν φοβάται τους ανθρώπους, αλλά δεν κάθεται να τον χαϊδέψεις. Άμα υπήρχαν Ολυμπιακοί Αγώνες γάτων, θα είχαμε σίγουρο χρυσό μετάλλιό στο ύψος. Δεν έχει συνηθίζει να τον αγγίζουν, κι, άμα εκεί που δεν το περιμένει τον ακουμπήσεις, τινάζεται έναμιση μέτρο ύψος… Για αυτό, ας τον πούμε χαριτολογώντας Σαλταπήδα. Οι σχέσεις του με τον Κίλλερ έχουν αρχίσει να χαλάνε, αλλά δείχνει να αντιστέκεται… Λες να είναι η νέμεση του; Το χαρακτηριστικό του είναι ότι, άμα του απλώσεις το χέρι, σου δίνει και το δικό του. Για αυτό, χαριτολογώντας πάντα, τον έλεγα μια εποχή Βουλευτή Καλοχαιρέτα… Του ‘ χω αδυναμία του μπαγάσα…
Και φτάσαμε στις φετινές αφίξεις στο οικογενειακό μας Ληξιαρχείο Γάτων…
Τα δυο νέα γατιά της Σίσσυς/Ολυμπίτσας. Το ένα δεν είμαι ακόμα σίγουρος αν είναι αρσενικό η θηλυκό… Για αυτό ας το πούμε Ορλάντο. Κατά πάσα πιθανότητα είναι αρσενικό. Φέρει το χρωματισμό που πρωτοεισήγαγε ο παππούς του ο Ντάβιτς και φέρουν ακόμα οι μπαρμπάδες του /πατεράδες του Φωνακλάς και Σπίντι . Ας πούμε, λοιπόν, ότι είναι Ντάβιντς τρίτης γενιάς… Θεωρώ ότι είναι πια ήμερος γάτος, αν κι είναι εξελίξιμος… [Αρσενικός είναι...]
Θα κάνουμε άραγε την έκπληξη και η Νηρηιδική γάτα 6ης γενιάς δεν θα φέρει τα ... παραδοσιακά χρώματα; Δεν ξέρω. Πάντως, αν βρεθείς ετούτη τη στιγμή στο πατρικό μου, θα δεις αρντανιασμένες χύδην από δω κι από κει από τον θερινό καύσωνα τον Κίλλερ, τη Γάτα, την Πεντάμορφη, τον Ορλάντο, τη Σίσυ/Ολυμπίτσα, τον Χεστρούλη, τον Σαλταπήδα… Και μέσα από τα φυλλώματα, πίσω από το σπίτι, να ξεπροβάλουν δειλά και να νιαουρίζουν τον Φωνακλά, τον Κόκκινο και τον Σπήντι…
Κανένα δεν είναι η Ζόρικη… Αλλά καλά είναι!!!
ΤΕΛΟΣ (για τώρα...)
Κυριακή 13 Νοεμβρίου 2011
Μ-ηθολογία
Ακόμα μια νύχτα.
Ανάβω το ένα τσιγάρο με το
άλλο.
Η σκέψη μου σε σένα!
700 Θεσπιείς ! Οι μεγάλοι
αδικημένοι της ιστορίας.
Μαστουρωμένοι Κένταυροι εθεάθησαν να τρέχουν ξέφρενα
στο κέντρο της πόλης τα πόδια τους δεν άγγιζαν τη γη και ξαφνικά τεράστιες
φτερούγες ξεπήδησαν από τις πλάτες τους και πήραν να πετούν μπροστά απ’ το
φεγγάρι η σκιά τους έπεφτε τρομακτική πάνω στις στέγες σ’ ένα βρώμικο σοκάκι
δυο μεθυσμένοι σήκωσαν τα μάτια στον ουρανό από κάπου λάλησε δυο φορές ένα
κοκκόρι είναι να απορείς που βρέθηκε ένας κόκκορας στο κέντρο της πόλης ο κόκκορας
λάλησε και τρίτη φορά μα οι Κένταυροι
δεν τον άκουσαν διασπώμενοι μ’ έναν εκπληκτικό συγχρονισμό για να
γίνουν πελώρια μανιτάρια και την άλλη
στιγμή ο ουρανός γέμιζε νιφάδες χιονιού που δεν προλάβαιναν να αγγίξουν τη γη
καθώς απροσδιόριστα πριν μετουσιωνότανε μ’ ένα παράξενο τρόπο σε γιγάντιους
πτεροδάχτυλούς τα απαίσια κρωξίματα τους αναστάτωσαν τους κοιμισμένους
ανθρώπους που βγήκαν στα μπαλκόνια μέσα στις μεταξωτές ρόμπες τους κι άρχισαν
να γελούν καθώς οι πτεροδάκτυλοί του έβγαζαν τα μάτια για λίγη ώρα ακούγονταν
μόνο τα γέλια των ανθρώπων τα σκουξίματα των πτεροδάκτυλων κι ο ξεχασμένος
κόκορας μετά οι πτεροδάχτυλοι σηκώθηκαν ψηλά τίναξαν τα ματωμένα ράμφη τους
και πέταξαν στο φεγγάρι.
Χρόνια μετά οι άνθρωποι ξέχασαν, βάλαν
καινούρια μάτια, μερικοί αγόρασαν καινούριες ρόμπες, ένας πήρε κι έναν κόκορα.
Μια νύχτα με πανσέληνο δυο φίλοι βγήκαν να πιουν ….
Είδα ελάχιστα κι εγώ τον
Αγαμέμνονα.
Είδα τις εικόνες που
παγώσανε, στα διαλυμένα μάτια του.
Την άπνοια της Αυλίδας και
τη στρατιά των Δαναών.
Το παραλήρημα της Κασσάνδρας
και το μαχαίρι του Αιγίσθου.
Μετά ο αέρας ανέλαβε να
αποτελειώσει το χαμό .
Συντρίβεται το περιστέρι μου
στις Συμπληγάδες σου.
Τ ’ ακολουθώ .
Βουλιάζει η Αργώ και εγώ
στην πλώρη περιμένω.
Τη Μήδεια ποτέ δεν θα
γνωρίσω,
το δέρας το χρυσό όνειρο
ήταν και πάει!
Δεν θα μαγέψεις ,Ορφέα, το
θεριό,
κυλάς μαζί μου στο βυθό,
ταφόπλακα η λύρα σου.
Αιώνια οι πέτρες θα
κινούνται , απόκοσμες και σιωπηλές,
σημάδι πως απότυχα
κι είμαι πνιγμένος στο πάτο θάλασσας δίχως
ψάρια.
( Κάτι μου λέει ότι η Ευρυδίκη θα την γλιτώσει.)
Μηνύματα σου γράφω
σ’ άδεια μπουκάλια
και τα πετώ στους υπονόμους.
ΤΑΝΤΑΛΟΙ 2000 μ.Χ.
Πιάσαμε την ανηφοριά πολύ
πρωί,
βράδιασε κι ήταν η κορφή
μακριά ακόμα.
Ξενυχτήσαμε κάτω απ’ τ’
αστέρια τραγουδώντας.
Και τις επόμενες μέρες το
ίδιο συνεχίστηκε΄…
Και το τραγούδι χάθηκε κι
έγινε προσμονή…
Κι η προσμονή χάθηκε και
έγινε αγωνία…
Κι ή αγωνία χάθηκε κι έγινε
απογοήτευση…
Κι απογοήτευση χάθηκε κι
έγινε… τίποτα …
Κι είμαστε ακόμα εδώ
κατάκοκοπη και κουρελήδες
να κυνηγάμε μια κορφή που
αιώνια
Α
Π
Ο
Μ
Α
Κ
Ρ
Υ
Ν
Ε
Τ
Α
Ι
απομακρύνεται!
ΓΡΑΙΕΣ
Δεν σας λυπάμαι για το ένα
δόντι σας
-έτσι κι αλλιώς κάτι θα
φάτε.
Λυπάμαι μόνο την αδυναμία
σας να δείτε
-ταυτόχρονα κι οι τρεις –
την ίδια εικόνα.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
