Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εικονοληψία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εικονοληψία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 10 Σεπτεμβρίου 2015

Αναζητώντας τον βασιλιά στην Ασίνη (Μια επίσκεψη στην αρχαία πόλη με αφορμή το ποίημα του Γιώργου Σεφέρη)

"Ο βασιλιάς της Ασίνης" είναι από τα καλύτερα ποιήματα  του Γιώργου Σεφέρη  και ένα από τα γνωστότερα της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Ο ίδιος ο Σεφέρης αναρωτιόταν φιλάρεσκα και με έκδηλη ικανοποίηση γιατί αρέσει σε τόσους. Ανήκει στα γοητευτικά εκείνα  ποιήματα που ονομάζω εγώ "χειροποίητα". Είναι σμιλεμένα με τέτοια μαστοριά, ώστε καμία  λέξη  να μην  είναι περιττή και καθεμιά να είναι βαλμένη επιδέξια εκεί που πρέπει· και ταυτόχρονα, απλόχερα προσφέρουν στον αναγνώστη τους τα κλειδιά για να τα ξεκλειδώσει, κρυμμένα όμως με περίσκεψη και τέχνη ώστε να βιώνει την χαρά και την απόλαυση της ανακάλυψης.
   Γράφτηκε με αφορμή μια επίσκεψη του ποιητή στην ακρόπολη της αρχαίας Ασίνης το καλοκαίρι του 1938, μια νύχτα του  Γενάρη του 1940 μέσα σε μια έκλαμψη δημιουργικότητας κι ενώ επί δυο χρόνια ο Σεφέρης προσπαθούσε μάταια.Η Ασίνη ήταν μια αρχαία  πόλη στην Αργολίδα, κοντά στο σημερινό Τολό που είχε καταστραφεί ήδη από τα αρχαία χρόνια, τον 7ο αιώνα π.Χ.. Ο Όμηρος της αφιερώνει δυο λέξεις μόνο - "Ασίνη τε"-   κι εκείνες στον κατάλογο των πλοίων που περιέχεται στη  ραψωδία Β'  της Ιλιάδας, ένα κομμάτι του οποίου η γνησιότητα  αμφισβητείται από τους φιλολόγους που ασχολούνται με το "ομηρικό ζήτημα". Ο  βασιλιάς της, το όνομα του οποίου δεν κρίνεται άξιο να αναφερθεί,  έστειλε κάποια πλοία στην Τροία. Τίποτα άλλο.
   Αυτό είναι το σπερματικό γεγονός του ποιήματος. Η εγκαταλελειμμένη  αρχαία ακρόπολη  είναι πρωταγωνίστρια στο ποίημα και το βασικό του σημείο αναφοράς.  Γίνεται το έναυσμα ώστε το ποιητικό υποκείμενο  να ξεκινήσει το συνειρμικά το ποιητικό του ταξίδι, ενώ την περιπλέει ή/και  περιπλανιέται εντός της, καταφέρνοντας, με την εναλλαγή  αφηγηματικών φωνών και  οπτικών γωνιών και τη χρήση μιας σειράς εικόνων και συμβόλων, να εκφράσει μεστά και ξεκάθαρα τις μεταφυσικές του αγωνίες και το υπαρξιακό του άγχος.  Βασικότερο από τα σύμβολα αυτά είναι ο  ανώνυμος βασιλιάς και η χρυσή προσωπίδα του.  Η δεύτερη παρέμεινε χωρίς να μαρτυράει τίποτα για τον πρώτο:  χαθήκανε οι ελπίδες, τα όνειρα, οι επιθυμίες του, τα παιδιά του, τα καράβια του.  Κι αυτό το γεγονός  φέρνει μια γεύση θανάτου στα χείλη του ποιητικού υποκειμένου οδηγώντας το στην πικρή διαπίστωση όχι απλά του αναπόφευκτου του θανάτου αλλά κυρίως της ανηλεούς, νομοτελειακής φθορά του χρόνου που οδηγεί   καθέναν μας μοιραία - νωρίτερα ή αργότερα- στην απόλυτη λήθη. Το  κενό που διαπιστώνει κάτω από την προσωπίδα δεν αφορά μόνο τον ξεχασμένο βασιλιά αλλά και το ίδιο το ποιητικό υποκείμενο όπως και όλους τους ανθρώπους. Κι η κενότητα αυτή μιαίνει αναπόδραστα και αξιωματικά  τη ζωή κάθε ανθρώπου σε κάθε έκφανσή της. Γιατί ποιο το νόημά της,  αν οποιοδήποτε ίχνος της  πρόκειται να χαθεί;  Αλλά ο υπαρξιακός αυτός  πόνος για το μάταιο δεν αφορά μόνο την απώλεια από το θάνατο. Γιατί απουσία μπορεί να υπάρξει και εν ζωή· και είναι και αυτοί οι αποχωρισμοί εξίσου επώδυνοι όπως είναι το ίδιο στυφή η αίσθηση της απουσίας που αφήνουν.
  Όλα αυτά είναι μια εισαγωγή για την παρουσίαση ενός βίντεο που έφτιαξα για το ποίημα- το οποίο παρά τη δημοφιλία του, μυστηριωδώς πώς δεν υπάρχει πουθενά στο Διαδίκτυο οπτικοποιημένο - χρησιμοποιώντας οπτικό υλικό από την επίσκεψη μου στην Ασίνη τον Νοέμβρη του 2012. Μαζί  θα παραθέσω και ένα μίνι χρονικό της δικής μου περιπλάνησης εκεί αναζητώντας τον βασιλιά.
(Κάθε φορά που το βίντεο τρέμει πολύ να ξέρετε ότι σαβουρώθηκα...)

      Το σχολικό έτος 2012 -13, λοιπόν,  βρέθηκα στην Πελοπόννησο να ξεχρεώσω  την μετάθεση που πήρα λίγο πριν γνωρίσω τη gia-des.  Με τόπο εκκίνησης τα απομακρυσμένα Μέθανα, η αλήθεια είναι πως διόλου δεν φαίνεται παράξενο που δεν πραγματοποιήθηκαν οι προθέσεις μου να περιηγηθώ σε  όσες περισσότερες αρχαίες τοποθεσίες μπορούσα. Όποιος ωστόσο, με ξέρει έστω και λίγο ώστε να γνωρίζει πόσο σημαντική θεωρώ την ποίηση  για τη ζωή των ανθρώπων, δεν θα μπορούσε να εκπλαγεί, πιστεύω, που η αρχαία Ασίνη ήταν η εξαίρεση! Ο Καρυωτάκης τράβηξε μαζί του στην αθανασία την Λάμαρη "ποιήτρια ξεχασμένη", ο Καββαδίας τον Καίσαρα Εμμανουήλ που "θα μπορούσε βέβαια να τον σώσει" κι η Ασίνη γλύτωσε τη  λήθη δυο φορές λόγω της ποίησης.  Από δυο λέξεις στην Ιλιάδα, έστω και αβέβαιες, και το ποίημα του Γιώργου Σεφέρη. Έτσι η επίσκεψη μου εκεί έμοιαζε με προσκύνημα στην  ίδια την ποίηση ως ιδέα και μάλιστα σ' εκείνη την ποιότητά της που της επιτρέπει, αν όχι να γίνεται πάροχος αθανασίας, να λειτουργεί  τουλάχιστον ως φορέας δικαιοσύνης έναντι  της φθοράς του χρόνου.
   Για να βρεθεί κανείς στην Ασίνη εκκινώντας από το Ναύπλιο, πρέπει να πάρει τον δρόμο προς της Επίδαυρο. Λίγο έξω από την πόλη μπαίνει σε ένα κόμβο και στρίβει αμέσως δεξιά για Τολό. Εγώ πάντως εκείνο το σαββατιάτικο πρωί του Νοέμβρη ερχόμουν από την άλλη πλευρά, από το μέρος της Επιδαύρου, κι  έκανα κύκλο όλο τον κόμβο  πριν στρίψω παίρνοντας τον δρόμο του Τολού. Την Ασίνη τη βρήκα  δύσκολα γιατί, πέρα από το γεγονός ότι δεν είμαι και κανένα αστέρι στην ανάγνωση χαρτών, εγώ  ρωτούσα για την "Αρχαία Ακρόπολη της Ασίνης κι όλο με στέλνανε σε ένα κάστρο. Μετά θυμήθηκα το στίχο "φέραμε  όλο το πρωί γύρω γύρω το  κάστρο" και στρόφαρα ξαφνικά στρίβοντας στη σωστή διασταύρωση, με την κρυμμένη μέσα στα δέντρα  οδική πινακίδα "Αρχαία Ασίνη 1,5"να μου βγάζει κοροϊδευτικά τη γλώσσα. Μια άλλη πινακίδα με ενημέρωνε  σε λίγο πως ο βραχώδης, άγριος όγκος με κάποια γκρεμισμένα τείχη  που χωνότανε στη θάλασσα μπροστά μου ήταν η αρχαία πόλη. Πάρκαρα μπροστά στο  φυσικό λιμανάκι που σχημάτιζε ένας απάνεμος μικρός όρμος και ξεκίνησα την περιήγηση μου από "μέρος του ίσκιου" κι εγώ,  όπως ο Σεφέρης. Μόνο που δεν ήταν καμιά βάρκα για  εμένα εκεί, παρά μονάχα ένας βράχος στη θάλασσα να περιμένει δυόμισι χιλιάδες χρόνια τα καράβια να γυρίσουν από  τα "άφαντα λιμάνια".
  Σκαρφάλωσα από ένα άνοιγμα στα μισογκρεμισμένα ελληνιστικά τείχη. Η τυπική χλωρίδα του ελληνικού τοπίου, μια εκκλησία κι ένα προκάτ μεταλλικό κτίσμα. Τίποτα δεν έδειχνε πως κάποτε μια πόλη άκμασε εδώ, παρά μόνο μια ξεχασμένη, μελαγχολική αρχαιολογική τομή που περίμενε εις μάτην τους ανασκαφείς, δυο τρία αρχαία πηγάδια σκεπασμένα με σκουριασμένα κάγκελα και μερικές  πελεκημένες πέτρες,  σκόρπιες εδώ κι εκεί, που, το ομολογώ,  δεν αντιστάθηκα στο πειρασμό και ψηλάφισα "τις σπασμένες τους γραμμές τις αιχμές τις ακμές τα κοίλα και τις καμπύλες", διατηρώντας όμως ταυτόχρονα πλήρη επίγνωση για το κιτς του πράγματος. Κοιτώντας γύρω το τοπίο δεν θα μπορούσε κανείς να παρά να αποδώσει τα εύσημα στο Σεφέρη για την εκφραστική  ακρίβεια των περιγραφών του. Όχι μόνο για την "πράσινη θάλασσα  με το στήθος του σκοτωμένου παγωνιού"  και τις "φλέβες των βράχων" που  βυθίζονταν στην θάλασσα αλλά κυρίως για το φως που "έτριβε διαμαντικά". Είχε περάσει η ώρα κι ο ήλιος, ζεστός και λαμπρός παρά τον φθινοπωρινό  μήνα, ξεμύτιζε από τις άκρες των βράχων στην κορφή του λόφου, ξεχύνονταν  θρυμματίζοντας και θολώνοντας το τοπίο, κάνοντας έτσι την περιήγησή μου ένα παιχνίδι εναλλαγών του φωτός και τη σκιάς. Ένας τυπικά "σεφερικός" ήλιος που μεταξύ άλλων αλλοίωνε και τα πλάνα που τραβούσε η αρχαία φωτογραφική μηχανή μου.  Όμως, ούτω ή άλλως ασταθές το βήμα μου από το κακοτράχαλο του εδάφους,  άρα ασταθή τα πλάνα, δεν πειράζει,  σύμβολα της αστάθειας της ανθρωπινής ζωής, θυμάμαι σκέφτηκα, συγγνώμη που δεν μου 'ρθε κάτι έξυπνο, ήθελα καφέ.
   Μη θέλοντας να έχω τον ήλιο στα, μάτια αγνόησα τα λείψανα του αρχαίου μονοπατιού που ανέβαινε δυσοίωνα στην κορφή του λόφου και το μονοπάτι που σύριζα στη βάση των βράχων κατευθύνονταν προς την άκρη του λόφου στη θάλασσα. Αντ' αυτού,  κι ενώ το ραδιόφωνο που έχω στο κεφάλι μου άρχισε να παίζει ξαφνικά το "Shine on you crazy diamond"  δίνοντας έμφαση στο βασικό ριφ, ένα πρόγραμμα που θα επαναλαμβάνονταν συνεχώς σ' όλη τη βόλτα μου,  πήρα το τσιμενταρισμένο, κακοφτιαγμένο καλντερίμι  με ένα σκοινί δεμένο κατά μήκος του  και περπατώντας περιμετρικά στην κορφή των ολοένα και ψηλότερων σταδιακά βορείων τειχών, πέρασα από κάποια γκρεμισμένα κτίσματα  τα οποία έμαθα μετά ότι ήταν ιταλικά οχυρωματικά έργα και βγήκα  στο "μέρος του ήλιου".
    Το τοπίο  εδώ ήταν εντελώς διαφορετικό. Ένας τελείως διαφορετικός,  "ελύτειος" ήλιος έλουζε   αυτήν την ώρα τα πάντα  κι έκανε τη θάλασσα να χρυσίζει  μέχρι πέρα το τέλος του ορίζοντα. Αληθινός "μακρύς γυαλός ολάνοιχτος". Εδώ τα  ίχνη της ανθρώπινης δραστηριότητας  φαινόταν ακόμα λιγότερο, κρυμμένα μέσα στα ξερά χόρτα. Ολομόναχος πάνω στο λόφο, συνέχισα να περπατάω σε ένα ελαφρά ανηφορικό μονοπάτι, άλλοτε συγκλίνοντας προς την βραχώδη  κορφή του λόφου κι άλλοτε περπατώντας δίπλα και πάνω απ' τη θάλασσα.  Στο δρόμο μου βρήκα μια  πελεκημένη επίπεδη πέτρα με μια ορθογώνια εγκοπή στην οποία λίμναζε νερό από παλιότερες βροχές  και μια αρχαία στέρνα, σκεπασμένη με το γνωστό σκουριασμένο πλέγμα. Στάθηκα σε ένα φυσικό μπαλκονάκι που σχηματίζονταν μέσα στα βράχια χαζεύοντας τη θέα. Το Τολό, την "πράσινη θάλασσα με το στήθος του παγωνιού" από ψηλά και μερικά δέντρα που ριζωμένα στο γκρεμό έμοιαζαν μετέωρα μεταξύ ουρανού και θάλασσας.
    Άφησα το μονοπάτι και κατευθύνθηκα στην μύτη του ακρωτηρίου  στη θάλασσα. Κατέβηκα με κόπο και δυσκολία αρκετές σειρές βράχων θέλοντας να φτάσω όσο πιο κοντά στην άκρη του λόφου,  στη θάλασσα. Μετά όμως το ένστικτο της αυτοσυντήρησης νίκησε την περιέργεια και λίγο που είμαι υψοφοβικός, λίγο που το έδαφος ήταν δύσβατο, λίγο που ήμουν ολομόναχος μιας και ήταν μέχρι και "τ΄ αγριπερίστερα φευγάτα" και  δεν είχα καμία όρεξη να προκαλέσω εκείνη τη στιγμή  την επίλυση των μεταφυσικών μου ερωτημάτων  σχετικά με τα μετά θάνατον, παραιτήθηκα από την προσπάθεια κι ανέβηκα ξανά στο πλάτωμα με το μπαλκονάκι και τη  αρχαία στέρνα.
    Εκεί,  αποφάσισα  να κατακτήσω ένα ορόσημο που μπορούσα κι έτσι ξαναβγήκα από το μονοπάτι κι άρχισα να σκαρφαλώνω τα βράχια προς την κορφή του λόφου.Καθισμένος σε λίγο στον πιο ψηλό βράχο, θυμήθηκα που είχε πει η  gia-des μια μέρα που γυρνούσαμε τα κάστρα της Ρόδου πως τα καλύτερα οικόπεδα καβατζώνανε οι αρχαίοι. Έκανα ένα τσιγάρο κοιτάζοντας τη θέα:  την γραφική κωμόπολη του Τολού, τον αργολικό κάμπο και τη θάλασσα μακριά  πέρα ως πέρα. Κανένα καράβι δεν γυρνούσε απ' την Τροία.
  Κατέβηκα κι έπιασα πάλι μονοπάτι, με τον ήλιο στην πλάτη μου. Ένα σμάρι κιτρινογάλαζες πεταλούδες άφησαν τον ευωδιαστό  ύπνο στον κρίνο τους,  στροβιλίστηκαν για λίγο παιχνιδιάρικα μπροστά  μου και χάθηκαν. Εδώ αντιστάθηκα στον πειρασμό και δεν απήγγειλα με στόμφο "να 'ταν άραγε αυτή  ο βασιλιάς της Ασίνης..." Όταν όμως έφτασα στο   μισοχαλασμένο αρχαίο ανηφορικό  μονοπάτι, ολοκληρώνοντας τον κύκλο του λόφου,  και  το φαντάστηκα να περιμένει μάταια τα βήματα των διαβατών, το λυπήθηκα  και το ανεβοκατέβηκα στα γρήγορα με προσοχή.
    Φτάνοντας στο αυτοκίνητο αποφάσισα να πάω προς τη θάλασσα που έβλεπα να χρυσαλίζει χαμηλότερα, ενώ περπατούσα το λόφο από  μέρος του ήλιου, παίρνοντας το κακοσυντηρημένο ασφαλτοχωματόδρομο δίπλα στα τείχη του κάστρου. Ήθελα να πάρω και  μερικές φωτογραφίες της ακρόπολης από το ύψος της θάλασσας, αλλά  διαπίστωσα ότι η κάρτα  μνήμης ήταν γεμάτη και πέρασα την ώρα μου κυρίως σβήνοντας παλιές φωτογραφίες. (Αργότερα θα συνειδητοποιούσα  ότι  το βίντεο που τράβηξα κατά λάθος την ώρα που περπατούσα και πατήθηκε  το κουμπί της κάμερας που αιωρούνταν έτσι που την κρατούσα, ήταν τεράστιο και αυτό μου είχε  φάει τη μνήμη. Από την άλλη βέβαια δεν είχα ξαναδει πόδια μου να περπατάνε....)  Περιορίστηκα λοιπόν να κάτσω λίγο  στην προβλήτα που αποφάσισα πως είχε δέσει η βάρκα του Σεφέρη ολοκληρώνοντας το περίπλου της ακρόπολης,  κι ας ήταν εμφανώς νεότερη. Χαζεύοντας το λόφο αναρωτήθηκα πού να ήταν η σπηλιά  με την νυχτερίδα που τράκαρε στο φως "σαν την σαΐτα πάνω στο σκουτάρι" κι υπέθεσα ότι θα φαινόταν μόνο από τη βάρκα του Σεφέρη.  Αργότερα θα διάβαζα ότι η σπηλιά και ένα μυκηναϊκό νεκροταφείο είναι σε διπλανό λόφο, πίσω από κει που 'χα παρκάρει στην αρχή,  στον οποίο επεκτείνεται ο αρχαιολογικό χώρος, αλλά δεν το ήξερα. Δεν πειράζει. στην άλλη ζωή. Τέλειωσα το τσιγάρο μου, έβγαλα μερικές φωτογραφίες και πήγα στο Τολό για καφέ.
   Μπαίνοντας στην παραθαλάσσια καφετέρια με θέα τη Ασίνη, στην οποία ήμουν ο μόνος πελάτης ένα παλιό κασετόφωνο έπαιζε το " Shine on you crazy diamond." Φαντάσου: Σε ένα άδειο μαγαζί μιας μικρής επαρχιακής πόλης να ακούγεται  ένα  αντιεμπορικό (λόγω διάρκειας) τραγούδι μιας ροκ μπάντας της  δεκαετίας του '70, το οποίο είχα όλο το πρωί στο νου μου  Δέχτηκα τον οιωνό και αποφάσισα  το  χρησιμοποιήσω ως μουσική υπόκρουση στο βίντεο που θα έφτιαχνα με το υλικό που είχα τραβήξει και θα συνόδευε το "φιλολογικό οδοιπορικό" που θα έγραφα και θα τελείωνε με την πομπώδη φράση "για μια μέρα ο βασιλιάς της Ασίνης ήμουν εγώ".
   Δυο χρόνια πήρε στο Σεφέρη να γράψει το ποίημα του.  Σε εμένα πέρασαν τρία χρόνια και δεν έγραψα ποτέ το "φιλολογικό οδοιπορικό" που λογάριαζα. Μονάχα αυτό το αμήχανο κείμενο. Πέρασε η στιγμή, έχασα το μομέντουμ και δεν μπορώ να μεταφέρω το ύφος της μέρας· αλλά και πάλι, αν βίωνα καμιά υπαρξιακή αποκάλυψη, θα το θυμόμουνα, έτσι δεν είναι; Μάλλον όμως είναι που τρία χρόνια μετά, σε έναν άλλο ουρανό, κυριολεκτικά και μεταφορικά, ακούω αναπόφευκτα κυρίως παιδικά τραγουδάκια  και κατάλαβα τελικά  ότι ο βασιλιάς της Ασίνης υπάρχει, είμαστε όλοι. Όχι όμως γιατί μας περιμένει η ίδια λήθη. Γιατί, αντίθετα, κάτι από αυτόν υπάρχει μέσα σε όλους  μας...
   Ακούω συχνά το "Shine on you crazy diamonds" ως νανούρισμα. Παίρνω αγκαλιά την κόρη μου και λικνιζόμαστε αργά στο ρυθμό της μουσικής...  Μέχρι να ξεκινήσει το τέταρτο μέρος έχει αποκοιμηθεί στον ώμο μου.
 Ασίνη  20 Νοεμβρίου  2012 -  Ρόδος, 15  Αυγούστου 2015

 Για τον πατέρα και την μάνα μου, τον Νάσο και τον Σιντ Μπάρετ




Σάββατο 18 Μαΐου 2013

Track 07 (Simple facts of life) - Του Νάσου

Μια ατμοσφαιρική, μακρόσυρτη,ταξιδιάρικη, υπνωτιστική μελωδία από ένα φίλο που ακόμα ζει στη μνήμη μας...
Μια γάτα που νίβεται...
Ο αέρας που περνάει μέσα από τις παπαρούνες ...
Η ομίχλη που ανεβαίνει το ηλιοβασίλεμα απ' τη θάλασσα...
Μια γάτα που νίβει το γατάκι της...
Τα χαλασμένα παντζούρια του μισογκρεμισμένου σπιτιού που ζωντανεύουν στον άνεμο...
Τα θαλάσσια ρεύματα που φτάνουν στην ακτή...
Το νερό του υαλοκαθαριστήρα που αψηφάει τη βαρύτητα στην Εθνική...
Ένα κωλόχαρτο στο μπαλκόνι ενός ξενοδοχείου ανατριχιάζει απ΄την θαλασσινή αύρα... (Xo χο...)
Simple facts of life...

Τρίτη 23 Οκτωβρίου 2012

Το τέλος της επιστροφής. Από το Προσήλιο στα Κοψολεμέικα (= Καταφύγιο Τσερίων)

    Πώς ο Οδυσσέας έλεγε πως του αρκεί να δει καπνός να βγαίνει από την καμινάδα του σπιτιού του για να νοιώσει πως επέστρεψε? Έτσι, με το που στρίβεις την λεγόμενη "Στροφή του Σβολέα", λίγο μετα τα όρια Προσηλίου -Σταυροπηγίου, και βλέπεις τα "Τρία Κουτρουμπελάκια", αρχίζουν και μυρίζουν
Τα Τρία Κουτρουμπελάκια (που είναι τέσσερα)
Τσέρια. Τα  Τρία Κουτρουμπελάκια είναι μια σειρά χαμηλών βουνοκορφών του Ταϋγέτου, απέναντι από τα Τσέρια και μετά το φαραγγι του Βιρού, τοποθετημένα σε διάταξη αστερισμού, φαίνεται δηλαδή ότι είναι συνεχόμενα στην ίδια ευθεία, αλλά στην πραγματικότητα δεν είναι παρά μόνο τα τα δυο πρώτα, και, σαν τους Τρεις σωματοφύλακες, είναι τέσσερα, είναι δε ο Ντ 'Αρτανιάν η ανατολικότερη μακρουλή και λίγο επικλινής κορυφή κι ίσως για αυτό να παραλήφθηκε στην αρίθμηση ή ίσως γιατί την ονομασία την έφερε η μάνα σου, που είναι από τα Γιατρέικα κι εκεί δεν φαίνεται. Τα Τρία Κουτρουμπελάκια (κουτρούμπελα στην Μάνη ονομάζουν τις πρόχειρες στήλες από πετρες που  με σημαδεύουν σε διάφορες περσιτάστεις  τα χωράφια, δηλώνοντας ιδιοκτησία, ψεκασμένο χωράφι, παραχωρημένο βοσκοτόπι κ.α.) στέκονται εμβληματικά πάνω  από τους νοτιότερους οικισμούς των Τσερίων (στα Πέρα Τσέρια δεν θυμάσαι αν φαίνονται, όλα τουλάχιστον) και ειδικότερα τα Κοψολεμέικα, το δικό σου χωριό, επίσημα ονομασμένο ως Καταφύγιο, τόσο εμβληματικά που ο αδερφός σου αφηγείται πως σοκαρίστηκε παιδάκι, όταν κάποτε ταξίδεψε στην Καλαμάτα κι ανακάλυψε ότι δεν φαινόνταν. Ως κουτρούμπελα σηματοδοτούσαν το όρια του μικρού σου κόσμου, μαζί με την Μεγάλη Μύτη, το ακρωτηριάκι που χωρίζει τον όρμο της Καρδαμύλης από τον όρμο των Κιτριών και τον Μεσσηνιακό κόλπο (Τα όρια του μεγάλου κόσμου σου τα καθόριζε η κορφή του Ταυγέτου, ορατή λίγο πιο μακριά από το χωριό, και το ακρωτήριο Ακρίτας (η Κορώνη συνεκδοχικά) και το νησάκι των Οινουσών Βενέτικο, Πινακουλάκι (= μικρή σκάφη) στα Τσεριώτικα, λόγω του σχήματος του..)   Μπορεί, νοιώθεις, να φαίνεται λίγο φλύαρη η παρέκβαση αλλά ήταν ο μόνος τρόπος για να περιγράψεις χωρίς συναισθηματολογίες το είδος εκείνο της συγκίνησης που αισθάνεσαι παίρνοντας τη στροφή και  βλέποντας τα  Τρία -πραγματικά πια -Κουτρουμπελάκια - σηματώρούς να λειτουργούν όπως εκείνες οι επισημάνσεις - βελάκια σε κάτι χάρτες στις  πλατείες μερικών  πόλεων. "Βρίσκεσαι εδώ".  Επειτά από λίγο, μετα μια επόμενη στροφή, βλέπεις τα Πάνω Τσέρια να εμφανίζονται ψηλά στο βουνό κι η οικειότητα γίνεται ακόμα μεγαλύτερη στην "Ένωση"  στα Λιασίνοβα (Προσήλιο).  Βλέπεις την πινακίδα:" Προσήλιο. Τσερια 5". Τώρα σωστά, παλιότερα τραμπαλιζόταν  η χιλιομετρική απόσταση ανάμεσα στα δυο χωριά, προκαλώντας σύγχυση στους αγνοούντες. Εκεί που ενώνονται οι δρόμοι, εκεί ήταν που χρόνια πολλά περίμενες, και από τις δυο πλευρές του δρόμου, τα λεωφορεία που σε πηγαίναν στο σχολείο, στην Καλαμάτα, στην πενθήμερη, στο στρατόπεδο, στην  Αθήνα, στην Ρόδο, στην κηδεία του φίλου σου, στον γάμο του συμμαθητή σου, στη γυναίκα που ερωτεύτηκες,  παντού... Μετά διασχίζεις τα Λιασίνοβα, προσεχτικά να μην τρακάρεις στα στενά δρομάκια,  νοιώθοντας πως είσαι στην Γευγελή, ένα συνοριακό φυλάκιο ανάμεσα στο οικείο, που δεν φοβάσαι πια γιατί γνωρίζεις πως  δεν κινδυνεύεις πλέον να  σε εγκλωβίσει,  και στο οικειοποιημένο, οικειοποιημένο μετά από τα  δυο χρόνια που πήγαινες σχολείο και διέσχιζες μετά τα δρομάκια του σπρώχνοντας την ώρα μέχρι να έρθει το λεωφορείο της γραμμής, πολύ μετά, για να σε πάει στο σπίτι. 'Έπειτα περνάς μπροστά από το σχολείο,   που πήγες για δυο χρόνια  και δεν το αισθάνθηκες ποτέ δικό σου, κι όμως του ρίχνεις μια  κρυφή ματιά - κλεισμένο, εγκαταλελειμμένο, σκυθρωπό, μα μ' ένα κομμάτι από σένα παιδί να κρυφοπαίζει σκανταλιάρικα  μέσα στις σκοτεινές πια αίθουσες. Λίγο μετά  βλέπεις την οδική  πινακίδα που διαγράφει το Προσήλιο, ακριβώς εκεί  που τελειώνει το τσιμέντο και ξαναρχίζει η άσφαλτος κι από και κει και πέρα πια, όλοι οι δρόμοι οδηγούν στα Τσέρια, ο ένας δηλαδή και κακοφτιαγμένος και τον παίρνεις οδηγώντας αργά, αλλά πολύ πιο γρήγορα από τότε που τον ανέβαινες με τα πόδια παιδάκι, γιατί γύρναγες από το σχολείο και δεν είχες μέσο να σε γυρίσει σπίτι, και πιο μεγάλος, γιατί σου λείπανε τα φράγκα να πάρεις το ταξί, κι ακόμα πιο μεγάλος, γιατί σου περίσσευε ενέργεια και δεν ήξερες πού να την ξοδέψεις. Ανάβεις τσιγάρο και ψιθυρίζεις μέσα από τα δόντια σου τα ονόματα από τα μέρη που περνάς, ήχοι ιδιαίτεροι, μυστηριακοι σχεδόν, σαν φθαρμένο ξόρκι αρχαίας, χαμένης θρησκείας: Καταλάγκαδο, Μπρέγονιο, Ύσβαρη (που πάντα θεωρούσες το μέσο της διαδρομής και καθόσουν για να πάρεις μια ανάσα κάτω από τον πλάτανο, να  φας μια μπανάνα από το κολατσιό  που σου είχε βάλει η μάνα σου ή να κάνεις ένα τσιγάρο αργότερα, κι έβρισκες πάντα άδικο ωστόσο που ,πάντα διψασμένος,  το χειμώνα έτρεχε και η υπερχείλιση και το ποταμάκι και το καλοκαίρι τίποτα...), Παναγία, Λεφτίνι, Λινά (που κάποτε ο πατέρας σου είχε μελίσσια και σε παίρνανε μαζί τα καλοκαίρια, κι εσύ  ξόδευες   την ώρα σου κοιτώντας τα αυτοκίνητα που περνούσαν με τά άλλα παιδάκια που πηγαίναν για μπάνιο και διαολιζόσουνα, αλλά δεν μπορούσες να καταλάβεις γιατί, εφόσον εσένα δε σου άρεσε  καν η θάλασσα), Καρκαντέρη (που παρακολούθησες κάποτε μια μαζική σφαγή  ζώων και φρίκαρες), Σκάλα (εκεί που περίμενες κάθε πρωι στις εξίμιση επί δυο χρόνια το λεωφορείο, αφού είχες περπατήσει με βροχές, χιόνια και κρύα όλο το δρόμο από το χωριό σου  τρέχοντας πάντα στην ανηφόρα μη χάσεις το λεωφορείο κι ήσουν κάθε μέρα σίγουρος ότι θα το χάσεις κι ακόμα σε ταλαιπωρεί αυτό  το άγχος του ταξιδιού κι ας μην έχεις χάσει ποτέ λεωφορείο, κι εκεί που σε άφηνε στις τρισίμιση κάθε μέρα το ίδιο λεωφορείο κι έτρεχε τις Δευτέρες να προλάβεις να ακούσεις στο ραδιόφωνο το τέλος της εκπομπής "3:05 ώρα για σπορ" ).
 Αυτό το δρόμο βγάζεις φλας για να πάρεις και τώρα, και κατεβαίνεις την ίδια κατηφορίτσα που έβλεπες  τα φώτα του πατέρα σου όταν ερχότανε τη νύχτα να βουτάνε, να αιωρούνται ελάχιστα για μια στιγμή κι ύστερα σταθερά να κατηφορίζουν, όπως κατηφορίζεις κι εσύ τώρα, για να παρκάρει εκεί που τώρα θα παρκάρεις εσύ, που για την ώρα κατεβαίνεις προσεκτικά συνεχίζοντας να μουρμουρίζεις τα ονόματα των τόπων  που περνάς, Αμυγδαλεώνας, Πέρα Κάμπος, Λαγκατσέικο, Λαγκαδάκι.
 Έφτασες... Δεν ήσουν μόνος αυτή τη φορά...


Το βίντεο που προηγήθηκε περιέχει πλάνα από δυο ταξίδια που κάναμε το Πάσχα με τη gia_des, η οποία είναι και ο εικονολήπτης, σε αυτή τη διαδρομή. Από την έξοδο του Προσηλίου μέχρι το Λαγκαδάκι και τα Κοψολεμέικα. Το τραγούδι που συνοδεύει το βίντεο είναι το ονειρικό, ατμοσφαιρικό και ταξιδιάρικο  "Night ride in Caucasus" της Λορίνα ΜακΚένιτ...  Ελπίζω να σας άρεσε!!!
Η διαδρομή και από ψηλά...



Σάββατο 15 Σεπτεμβρίου 2012

"Όταν χαράζει" - Γιάννης Αγγελάκας (Μέθανα 14/09/12)

Η επαγγελματική μου ζωή, ας μην την πούμε καριέρα, ματιασμένη θα είναι. Είναι γεμάτη από σωστές επιλογές και αποφάσεις που πήγανε στραβα...
Ανατολή στα Μέθανα
Την πρώτη φορά που έγραψα Πανελλήνιες είχα γράψει καλά στην Έκθεση, αλλά παρ' όλα αυτά ρίσκαρα, ξανάδωσα το μάθημα, έγραψα καλύτερα και πέρασα στο Φιλολογικό. Αν δεν το είχα κάνει, θα πέρνούσα στη Παιδαγωγική Ακαδημία και θα έλυνα το παζλ των επαγγελματικών μου πολύ ευκολότερα... (Αλλά τέλος καλό, όλα καλά...)
Στη σχολή, εφόσον υπήρχε η επετηρίδα ασχολήθηκα κυρίως με τον να την τελειώσω νωρίτερα (έτσι θα έμπαινα νωρίτερα και θα διοριζόμουνα νωρίτερα), και όχι με τον βαθμό πτυχίου. Αν το είχα κάνει, θα είχα υψηλότερο βαθμό και, καθώς αυτός προσμετρούταν, θα ήμουν διοριστέος κι όχι απλά επιτυχόντας σε ένα διαγωνισμό ΑΣΕΠ που, αν και κοπίασα, έμεινα στο τσάκ απέξω.... (Αλλά τέλος καλό, όλα καλά)...
Όταν διορίστηκα, έσπευσα να πάρω μετάθεση, αν και κατά βάθος ήθελα να μείνω στη Ρόδο, φοβούμενος ότι θα κλείσουν οι μεταθέσεις, όπως κι έγινε, και θα εγκλωβιστώ. Αν δεν το είχα κάνει θα ήταν η προσωπική ζωή μου θα ήταν τώρα που μιλάμε πολύυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυυ καλύτερη...
Για αυτό κι εγώ στις χαραυγές ξεχνιέμαι....
Άλλωστε, μόνο "αν είσαι μόνος, αν είσαι αδύναμος η χαραυγή θα σε ξεκάνει".
Κι εγώ δεν είμαι...
Κι ακόμα τα καράβια ταξιδεύουν κατά το Νότο...
Άρα, τέλος καλό, όλα καλά!_

(Περισσότερα στην αμέσως επόμενη ανάρτηση του ιστολογίου...)