Παρασκευή 25 Σεπτεμβρίου 2015

Εξωγήινοι στην Δυτική Μάνη!!! Η αλήθεια που δεν θέλουν να γνωρίζετε!!!

Κοροϊδεύαμε- κοροϊδεύμε αλλά να που είναι αλήθεια... Μας ψεκάζουν και μάλιστα  εξωγήινοι... Ιπτάμενος δίσκος εθεάθηκε πάνω από το Εξωχώριον της Δυτικής Μάνη στις 6/11/12... Παρά τα φωτογραφικά ντοκουμέντα που είναι αδιάψευστος μάρτυρας η είδηση αποσιωπήθηκε... Γιατί άραγε; Ποιοί εξυπηρετούνται;
Ιδού...















Ως προφανές εστίν,  οσα λέω παραπάνω είναι αναληθέστατα. Πρόκειται για αποτυχημένες λόγω κακού φωτισμού, αδεξίας χειρός και   φωτογραφικής μηχανής για το ανδρικό γεννητικό μόριο φωτογραφίες ενός σύννεφου με ιδιαίτερο σχήμα. προπομπός μιας σειράς δημοσιεύσεων με ιδιαίτερες φωτογραφίες που έχω τραβήξει κατά καιρούς ... Φωτογραφίες δηλαδή αστείες, αποτυχημένες, ατυχεις, σχολιαστικές, κιτς κ.ο.κ,,

Πέμπτη 10 Σεπτεμβρίου 2015

Αναζητώντας τον βασιλιά στην Ασίνη (Μια επίσκεψη στην αρχαία πόλη με αφορμή το ποίημα του Γιώργου Σεφέρη)

"Ο βασιλιάς της Ασίνης" είναι από τα καλύτερα ποιήματα  του Γιώργου Σεφέρη  και ένα από τα γνωστότερα της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Ο ίδιος ο Σεφέρης αναρωτιόταν φιλάρεσκα και με έκδηλη ικανοποίηση γιατί αρέσει σε τόσους. Ανήκει στα γοητευτικά εκείνα  ποιήματα που ονομάζω εγώ "χειροποίητα". Είναι σμιλεμένα με τέτοια μαστοριά, ώστε καμία  λέξη  να μην  είναι περιττή και καθεμιά να είναι βαλμένη επιδέξια εκεί που πρέπει· και ταυτόχρονα, απλόχερα προσφέρουν στον αναγνώστη τους τα κλειδιά για να τα ξεκλειδώσει, κρυμμένα όμως με περίσκεψη και τέχνη ώστε να βιώνει την χαρά και την απόλαυση της ανακάλυψης.
   Γράφτηκε με αφορμή μια επίσκεψη του ποιητή στην ακρόπολη της αρχαίας Ασίνης το καλοκαίρι του 1938, μια νύχτα του  Γενάρη του 1940 μέσα σε μια έκλαμψη δημιουργικότητας κι ενώ επί δυο χρόνια ο Σεφέρης προσπαθούσε μάταια.Η Ασίνη ήταν μια αρχαία  πόλη στην Αργολίδα, κοντά στο σημερινό Τολό που είχε καταστραφεί ήδη από τα αρχαία χρόνια, τον 7ο αιώνα π.Χ.. Ο Όμηρος της αφιερώνει δυο λέξεις μόνο - "Ασίνη τε"-   κι εκείνες στον κατάλογο των πλοίων που περιέχεται στη  ραψωδία Β'  της Ιλιάδας, ένα κομμάτι του οποίου η γνησιότητα  αμφισβητείται από τους φιλολόγους που ασχολούνται με το "ομηρικό ζήτημα". Ο  βασιλιάς της, το όνομα του οποίου δεν κρίνεται άξιο να αναφερθεί,  έστειλε κάποια πλοία στην Τροία. Τίποτα άλλο.
   Αυτό είναι το σπερματικό γεγονός του ποιήματος. Η εγκαταλελειμμένη  αρχαία ακρόπολη  είναι πρωταγωνίστρια στο ποίημα και το βασικό του σημείο αναφοράς.  Γίνεται το έναυσμα ώστε το ποιητικό υποκείμενο  να ξεκινήσει το συνειρμικά το ποιητικό του ταξίδι, ενώ την περιπλέει ή/και  περιπλανιέται εντός της, καταφέρνοντας, με την εναλλαγή  αφηγηματικών φωνών και  οπτικών γωνιών και τη χρήση μιας σειράς εικόνων και συμβόλων, να εκφράσει μεστά και ξεκάθαρα τις μεταφυσικές του αγωνίες και το υπαρξιακό του άγχος.  Βασικότερο από τα σύμβολα αυτά είναι ο  ανώνυμος βασιλιάς και η χρυσή προσωπίδα του.  Η δεύτερη παρέμεινε χωρίς να μαρτυράει τίποτα για τον πρώτο:  χαθήκανε οι ελπίδες, τα όνειρα, οι επιθυμίες του, τα παιδιά του, τα καράβια του.  Κι αυτό το γεγονός  φέρνει μια γεύση θανάτου στα χείλη του ποιητικού υποκειμένου οδηγώντας το στην πικρή διαπίστωση όχι απλά του αναπόφευκτου του θανάτου αλλά κυρίως της ανηλεούς, νομοτελειακής φθορά του χρόνου που οδηγεί   καθέναν μας μοιραία - νωρίτερα ή αργότερα- στην απόλυτη λήθη. Το  κενό που διαπιστώνει κάτω από την προσωπίδα δεν αφορά μόνο τον ξεχασμένο βασιλιά αλλά και το ίδιο το ποιητικό υποκείμενο όπως και όλους τους ανθρώπους. Κι η κενότητα αυτή μιαίνει αναπόδραστα και αξιωματικά  τη ζωή κάθε ανθρώπου σε κάθε έκφανσή της. Γιατί ποιο το νόημά της,  αν οποιοδήποτε ίχνος της  πρόκειται να χαθεί;  Αλλά ο υπαρξιακός αυτός  πόνος για το μάταιο δεν αφορά μόνο την απώλεια από το θάνατο. Γιατί απουσία μπορεί να υπάρξει και εν ζωή· και είναι και αυτοί οι αποχωρισμοί εξίσου επώδυνοι όπως είναι το ίδιο στυφή η αίσθηση της απουσίας που αφήνουν.
  Όλα αυτά είναι μια εισαγωγή για την παρουσίαση ενός βίντεο που έφτιαξα για το ποίημα- το οποίο παρά τη δημοφιλία του, μυστηριωδώς πώς δεν υπάρχει πουθενά στο Διαδίκτυο οπτικοποιημένο - χρησιμοποιώντας οπτικό υλικό από την επίσκεψη μου στην Ασίνη τον Νοέμβρη του 2012. Μαζί  θα παραθέσω και ένα μίνι χρονικό της δικής μου περιπλάνησης εκεί αναζητώντας τον βασιλιά.
(Κάθε φορά που το βίντεο τρέμει πολύ να ξέρετε ότι σαβουρώθηκα...)

      Το σχολικό έτος 2012 -13, λοιπόν,  βρέθηκα στην Πελοπόννησο να ξεχρεώσω  την μετάθεση που πήρα λίγο πριν γνωρίσω τη gia-des.  Με τόπο εκκίνησης τα απομακρυσμένα Μέθανα, η αλήθεια είναι πως διόλου δεν φαίνεται παράξενο που δεν πραγματοποιήθηκαν οι προθέσεις μου να περιηγηθώ σε  όσες περισσότερες αρχαίες τοποθεσίες μπορούσα. Όποιος ωστόσο, με ξέρει έστω και λίγο ώστε να γνωρίζει πόσο σημαντική θεωρώ την ποίηση  για τη ζωή των ανθρώπων, δεν θα μπορούσε να εκπλαγεί, πιστεύω, που η αρχαία Ασίνη ήταν η εξαίρεση! Ο Καρυωτάκης τράβηξε μαζί του στην αθανασία την Λάμαρη "ποιήτρια ξεχασμένη", ο Καββαδίας τον Καίσαρα Εμμανουήλ που "θα μπορούσε βέβαια να τον σώσει" κι η Ασίνη γλύτωσε τη  λήθη δυο φορές λόγω της ποίησης.  Από δυο λέξεις στην Ιλιάδα, έστω και αβέβαιες, και το ποίημα του Γιώργου Σεφέρη. Έτσι η επίσκεψη μου εκεί έμοιαζε με προσκύνημα στην  ίδια την ποίηση ως ιδέα και μάλιστα σ' εκείνη την ποιότητά της που της επιτρέπει, αν όχι να γίνεται πάροχος αθανασίας, να λειτουργεί  τουλάχιστον ως φορέας δικαιοσύνης έναντι  της φθοράς του χρόνου.
   Για να βρεθεί κανείς στην Ασίνη εκκινώντας από το Ναύπλιο, πρέπει να πάρει τον δρόμο προς της Επίδαυρο. Λίγο έξω από την πόλη μπαίνει σε ένα κόμβο και στρίβει αμέσως δεξιά για Τολό. Εγώ πάντως εκείνο το σαββατιάτικο πρωί του Νοέμβρη ερχόμουν από την άλλη πλευρά, από το μέρος της Επιδαύρου, κι  έκανα κύκλο όλο τον κόμβο  πριν στρίψω παίρνοντας τον δρόμο του Τολού. Την Ασίνη τη βρήκα  δύσκολα γιατί, πέρα από το γεγονός ότι δεν είμαι και κανένα αστέρι στην ανάγνωση χαρτών, εγώ  ρωτούσα για την "Αρχαία Ακρόπολη της Ασίνης κι όλο με στέλνανε σε ένα κάστρο. Μετά θυμήθηκα το στίχο "φέραμε  όλο το πρωί γύρω γύρω το  κάστρο" και στρόφαρα ξαφνικά στρίβοντας στη σωστή διασταύρωση, με την κρυμμένη μέσα στα δέντρα  οδική πινακίδα "Αρχαία Ασίνη 1,5"να μου βγάζει κοροϊδευτικά τη γλώσσα. Μια άλλη πινακίδα με ενημέρωνε  σε λίγο πως ο βραχώδης, άγριος όγκος με κάποια γκρεμισμένα τείχη  που χωνότανε στη θάλασσα μπροστά μου ήταν η αρχαία πόλη. Πάρκαρα μπροστά στο  φυσικό λιμανάκι που σχημάτιζε ένας απάνεμος μικρός όρμος και ξεκίνησα την περιήγηση μου από "μέρος του ίσκιου" κι εγώ,  όπως ο Σεφέρης. Μόνο που δεν ήταν καμιά βάρκα για  εμένα εκεί, παρά μονάχα ένας βράχος στη θάλασσα να περιμένει δυόμισι χιλιάδες χρόνια τα καράβια να γυρίσουν από  τα "άφαντα λιμάνια".
  Σκαρφάλωσα από ένα άνοιγμα στα μισογκρεμισμένα ελληνιστικά τείχη. Η τυπική χλωρίδα του ελληνικού τοπίου, μια εκκλησία κι ένα προκάτ μεταλλικό κτίσμα. Τίποτα δεν έδειχνε πως κάποτε μια πόλη άκμασε εδώ, παρά μόνο μια ξεχασμένη, μελαγχολική αρχαιολογική τομή που περίμενε εις μάτην τους ανασκαφείς, δυο τρία αρχαία πηγάδια σκεπασμένα με σκουριασμένα κάγκελα και μερικές  πελεκημένες πέτρες,  σκόρπιες εδώ κι εκεί, που, το ομολογώ,  δεν αντιστάθηκα στο πειρασμό και ψηλάφισα "τις σπασμένες τους γραμμές τις αιχμές τις ακμές τα κοίλα και τις καμπύλες", διατηρώντας όμως ταυτόχρονα πλήρη επίγνωση για το κιτς του πράγματος. Κοιτώντας γύρω το τοπίο δεν θα μπορούσε κανείς να παρά να αποδώσει τα εύσημα στο Σεφέρη για την εκφραστική  ακρίβεια των περιγραφών του. Όχι μόνο για την "πράσινη θάλασσα  με το στήθος του σκοτωμένου παγωνιού"  και τις "φλέβες των βράχων" που  βυθίζονταν στην θάλασσα αλλά κυρίως για το φως που "έτριβε διαμαντικά". Είχε περάσει η ώρα κι ο ήλιος, ζεστός και λαμπρός παρά τον φθινοπωρινό  μήνα, ξεμύτιζε από τις άκρες των βράχων στην κορφή του λόφου, ξεχύνονταν  θρυμματίζοντας και θολώνοντας το τοπίο, κάνοντας έτσι την περιήγησή μου ένα παιχνίδι εναλλαγών του φωτός και τη σκιάς. Ένας τυπικά "σεφερικός" ήλιος που μεταξύ άλλων αλλοίωνε και τα πλάνα που τραβούσε η αρχαία φωτογραφική μηχανή μου.  Όμως, ούτω ή άλλως ασταθές το βήμα μου από το κακοτράχαλο του εδάφους,  άρα ασταθή τα πλάνα, δεν πειράζει,  σύμβολα της αστάθειας της ανθρωπινής ζωής, θυμάμαι σκέφτηκα, συγγνώμη που δεν μου 'ρθε κάτι έξυπνο, ήθελα καφέ.
   Μη θέλοντας να έχω τον ήλιο στα, μάτια αγνόησα τα λείψανα του αρχαίου μονοπατιού που ανέβαινε δυσοίωνα στην κορφή του λόφου και το μονοπάτι που σύριζα στη βάση των βράχων κατευθύνονταν προς την άκρη του λόφου στη θάλασσα. Αντ' αυτού,  κι ενώ το ραδιόφωνο που έχω στο κεφάλι μου άρχισε να παίζει ξαφνικά το "Shine on you crazy diamond"  δίνοντας έμφαση στο βασικό ριφ, ένα πρόγραμμα που θα επαναλαμβάνονταν συνεχώς σ' όλη τη βόλτα μου,  πήρα το τσιμενταρισμένο, κακοφτιαγμένο καλντερίμι  με ένα σκοινί δεμένο κατά μήκος του  και περπατώντας περιμετρικά στην κορφή των ολοένα και ψηλότερων σταδιακά βορείων τειχών, πέρασα από κάποια γκρεμισμένα κτίσματα  τα οποία έμαθα μετά ότι ήταν ιταλικά οχυρωματικά έργα και βγήκα  στο "μέρος του ήλιου".
    Το τοπίο  εδώ ήταν εντελώς διαφορετικό. Ένας τελείως διαφορετικός,  "ελύτειος" ήλιος έλουζε   αυτήν την ώρα τα πάντα  κι έκανε τη θάλασσα να χρυσίζει  μέχρι πέρα το τέλος του ορίζοντα. Αληθινός "μακρύς γυαλός ολάνοιχτος". Εδώ τα  ίχνη της ανθρώπινης δραστηριότητας  φαινόταν ακόμα λιγότερο, κρυμμένα μέσα στα ξερά χόρτα. Ολομόναχος πάνω στο λόφο, συνέχισα να περπατάω σε ένα ελαφρά ανηφορικό μονοπάτι, άλλοτε συγκλίνοντας προς την βραχώδη  κορφή του λόφου κι άλλοτε περπατώντας δίπλα και πάνω απ' τη θάλασσα.  Στο δρόμο μου βρήκα μια  πελεκημένη επίπεδη πέτρα με μια ορθογώνια εγκοπή στην οποία λίμναζε νερό από παλιότερες βροχές  και μια αρχαία στέρνα, σκεπασμένη με το γνωστό σκουριασμένο πλέγμα. Στάθηκα σε ένα φυσικό μπαλκονάκι που σχηματίζονταν μέσα στα βράχια χαζεύοντας τη θέα. Το Τολό, την "πράσινη θάλασσα με το στήθος του παγωνιού" από ψηλά και μερικά δέντρα που ριζωμένα στο γκρεμό έμοιαζαν μετέωρα μεταξύ ουρανού και θάλασσας.
    Άφησα το μονοπάτι και κατευθύνθηκα στην μύτη του ακρωτηρίου  στη θάλασσα. Κατέβηκα με κόπο και δυσκολία αρκετές σειρές βράχων θέλοντας να φτάσω όσο πιο κοντά στην άκρη του λόφου,  στη θάλασσα. Μετά όμως το ένστικτο της αυτοσυντήρησης νίκησε την περιέργεια και λίγο που είμαι υψοφοβικός, λίγο που το έδαφος ήταν δύσβατο, λίγο που ήμουν ολομόναχος μιας και ήταν μέχρι και "τ΄ αγριπερίστερα φευγάτα" και  δεν είχα καμία όρεξη να προκαλέσω εκείνη τη στιγμή  την επίλυση των μεταφυσικών μου ερωτημάτων  σχετικά με τα μετά θάνατον, παραιτήθηκα από την προσπάθεια κι ανέβηκα ξανά στο πλάτωμα με το μπαλκονάκι και τη  αρχαία στέρνα.
    Εκεί,  αποφάσισα  να κατακτήσω ένα ορόσημο που μπορούσα κι έτσι ξαναβγήκα από το μονοπάτι κι άρχισα να σκαρφαλώνω τα βράχια προς την κορφή του λόφου.Καθισμένος σε λίγο στον πιο ψηλό βράχο, θυμήθηκα που είχε πει η  gia-des μια μέρα που γυρνούσαμε τα κάστρα της Ρόδου πως τα καλύτερα οικόπεδα καβατζώνανε οι αρχαίοι. Έκανα ένα τσιγάρο κοιτάζοντας τη θέα:  την γραφική κωμόπολη του Τολού, τον αργολικό κάμπο και τη θάλασσα μακριά  πέρα ως πέρα. Κανένα καράβι δεν γυρνούσε απ' την Τροία.
  Κατέβηκα κι έπιασα πάλι μονοπάτι, με τον ήλιο στην πλάτη μου. Ένα σμάρι κιτρινογάλαζες πεταλούδες άφησαν τον ευωδιαστό  ύπνο στον κρίνο τους,  στροβιλίστηκαν για λίγο παιχνιδιάρικα μπροστά  μου και χάθηκαν. Εδώ αντιστάθηκα στον πειρασμό και δεν απήγγειλα με στόμφο "να 'ταν άραγε αυτή  ο βασιλιάς της Ασίνης..." Όταν όμως έφτασα στο   μισοχαλασμένο αρχαίο ανηφορικό  μονοπάτι, ολοκληρώνοντας τον κύκλο του λόφου,  και  το φαντάστηκα να περιμένει μάταια τα βήματα των διαβατών, το λυπήθηκα  και το ανεβοκατέβηκα στα γρήγορα με προσοχή.
    Φτάνοντας στο αυτοκίνητο αποφάσισα να πάω προς τη θάλασσα που έβλεπα να χρυσαλίζει χαμηλότερα, ενώ περπατούσα το λόφο από  μέρος του ήλιου, παίρνοντας το κακοσυντηρημένο ασφαλτοχωματόδρομο δίπλα στα τείχη του κάστρου. Ήθελα να πάρω και  μερικές φωτογραφίες της ακρόπολης από το ύψος της θάλασσας, αλλά  διαπίστωσα ότι η κάρτα  μνήμης ήταν γεμάτη και πέρασα την ώρα μου κυρίως σβήνοντας παλιές φωτογραφίες. (Αργότερα θα συνειδητοποιούσα  ότι  το βίντεο που τράβηξα κατά λάθος την ώρα που περπατούσα και πατήθηκε  το κουμπί της κάμερας που αιωρούνταν έτσι που την κρατούσα, ήταν τεράστιο και αυτό μου είχε  φάει τη μνήμη. Από την άλλη βέβαια δεν είχα ξαναδει πόδια μου να περπατάνε....)  Περιορίστηκα λοιπόν να κάτσω λίγο  στην προβλήτα που αποφάσισα πως είχε δέσει η βάρκα του Σεφέρη ολοκληρώνοντας το περίπλου της ακρόπολης,  κι ας ήταν εμφανώς νεότερη. Χαζεύοντας το λόφο αναρωτήθηκα πού να ήταν η σπηλιά  με την νυχτερίδα που τράκαρε στο φως "σαν την σαΐτα πάνω στο σκουτάρι" κι υπέθεσα ότι θα φαινόταν μόνο από τη βάρκα του Σεφέρη.  Αργότερα θα διάβαζα ότι η σπηλιά και ένα μυκηναϊκό νεκροταφείο είναι σε διπλανό λόφο, πίσω από κει που 'χα παρκάρει στην αρχή,  στον οποίο επεκτείνεται ο αρχαιολογικό χώρος, αλλά δεν το ήξερα. Δεν πειράζει. στην άλλη ζωή. Τέλειωσα το τσιγάρο μου, έβγαλα μερικές φωτογραφίες και πήγα στο Τολό για καφέ.
   Μπαίνοντας στην παραθαλάσσια καφετέρια με θέα τη Ασίνη, στην οποία ήμουν ο μόνος πελάτης ένα παλιό κασετόφωνο έπαιζε το " Shine on you crazy diamond." Φαντάσου: Σε ένα άδειο μαγαζί μιας μικρής επαρχιακής πόλης να ακούγεται  ένα  αντιεμπορικό (λόγω διάρκειας) τραγούδι μιας ροκ μπάντας της  δεκαετίας του '70, το οποίο είχα όλο το πρωί στο νου μου  Δέχτηκα τον οιωνό και αποφάσισα  το  χρησιμοποιήσω ως μουσική υπόκρουση στο βίντεο που θα έφτιαχνα με το υλικό που είχα τραβήξει και θα συνόδευε το "φιλολογικό οδοιπορικό" που θα έγραφα και θα τελείωνε με την πομπώδη φράση "για μια μέρα ο βασιλιάς της Ασίνης ήμουν εγώ".
   Δυο χρόνια πήρε στο Σεφέρη να γράψει το ποίημα του.  Σε εμένα πέρασαν τρία χρόνια και δεν έγραψα ποτέ το "φιλολογικό οδοιπορικό" που λογάριαζα. Μονάχα αυτό το αμήχανο κείμενο. Πέρασε η στιγμή, έχασα το μομέντουμ και δεν μπορώ να μεταφέρω το ύφος της μέρας· αλλά και πάλι, αν βίωνα καμιά υπαρξιακή αποκάλυψη, θα το θυμόμουνα, έτσι δεν είναι; Μάλλον όμως είναι που τρία χρόνια μετά, σε έναν άλλο ουρανό, κυριολεκτικά και μεταφορικά, ακούω αναπόφευκτα κυρίως παιδικά τραγουδάκια  και κατάλαβα τελικά  ότι ο βασιλιάς της Ασίνης υπάρχει, είμαστε όλοι. Όχι όμως γιατί μας περιμένει η ίδια λήθη. Γιατί, αντίθετα, κάτι από αυτόν υπάρχει μέσα σε όλους  μας...
   Ακούω συχνά το "Shine on you crazy diamonds" ως νανούρισμα. Παίρνω αγκαλιά την κόρη μου και λικνιζόμαστε αργά στο ρυθμό της μουσικής...  Μέχρι να ξεκινήσει το τέταρτο μέρος έχει αποκοιμηθεί στον ώμο μου.
 Ασίνη  20 Νοεμβρίου  2012 -  Ρόδος, 15  Αυγούστου 2015

 Για τον πατέρα και την μάνα μου, τον Νάσο και τον Σιντ Μπάρετ




Τετάρτη 2 Σεπτεμβρίου 2015

"Ερεθισμένη στο τρόλεϊ για Νέα Ελβετία" - Αδελαΐδα Γαλότσα Νέεσκενς

   Σκοπός της παρούσας δημοσίευσης είναι να σας γνωρίσει την μεγάλη Αδελαΐδα Γαλότσα Νέεσκενς που  τυγχάνει  συγγγραφέας (με τρία γου) του ωφέλιμου τε και συναρπαστικού  βιβλίου "Ερεθισμένη στο trolεϊ για Νέα Ελβετία".

Δευτέρα 4 Μαΐου 2015

Καταρχήν. Ένα ποίημα του Μπλας Ντε Οτέρο, μελοποιημένο από τα Διάφανα Κρίνα

   Από τα βιντεάκια που φτιάχνω κατά καιρούς, ανεβάζω εδώ μόνο εκείνα που κάνω για την πλάκα μου και εξαιρετικά σπανίως εκείνα που φτιάχνω για το σχολείο. Μια από αυτές τις σπάνιες εξαιρέσεις αποτελεί η σημερινή ανάρτηση, γιατί θεωρώ ότι οι εμπνευσμένες από στίχους  ποιημάτων Ελλήνων ποιητών ζωγραφιές των μαθητών μου ταιριάζουν και αντιπροσωπεύουν το νόημα των στίχων του τραγουδιού. Κι επίσης αισθάνομαι λιγότερες τύψεις που  στην "σχολική εκδοχή" του βίντεο αναγκάστηκα να κόψω το μισό τραγούδι...


EN EL PRINCIPIO (Blas DE Otero)  


Si he perdido la vida, el tiempo, todo
lo que tiré, como un anillo, al agua,
si he perdido la voz en la maleza,
me queda la palabra.


Si he sufrido la sed, el hambre, todo
lo que era mío y resultó ser nada,
si he segado las sombras en silencio,
me queda la palabra.


Si abrí los labios para ver el rostro
puro y terrible de mi patria,
si abrí los labios hasta desgarrármelos,
me queda la palabra.




ΚΑΤΑΡΧΗΝ  (Μετάφραση Βασίλης Λαλιώτης )

Aν έχω χάσει τη ζωή, το χρόνο, όλα
όσα έριξα, σαν δαχτυλίδι στο νερό,
αν έχω χάσει τη φωνή μες στ ‘αγριόχορτα,
μου απομένει η λέξη.

Αν έχω υποφέρει για τη δίψα, την πείνα, κι όλα
όσα ήταν δικά μου και κατάντησα ένα τίποτα,
αν έχω θερίσει τις σκιές στα σιωπηλά,
μου απομένει η λέξη.

Αν άνοιξα τα χείλη για να δω το πρόσωπο
το τρομερό και το καθάριο της πατρίδας μου,
αν άνοιξα τα χείλη μέχρι να τα σκίσω,
μου απομένει η λέξη.

Σάββατο 25 Απριλίου 2015

Φρήντριχ Νίτσε

Άμα νομίζετε ότι πρόκειται να διαβάσετε κάτι για το μεγάλο Γερμανό φιλόσοφο του 19ου αιώνα, την πατήσατε... Τα πράγματα είναι απλά και πεζά..
Άντε, να σας κάνω το χατήρι να βάλω μια φωτογραφία του, να παρηγορηθείτε....
Κάποια στιγμή που δοκίμαζα ρυθμούς μου ήρθε στο νου μια μουσική φράση και για να την θυμάμαι έλεγα λαλαλά.... Ποτέ δεν έγινε κάτι παραπάνω. Κάθε φορά που την έπαιζα το λαλαλα γινόταν πιο παρανοϊκό (εκτός ίσως από αυτή που  δεν θα/θα ακούσετε... ). Έτσι την ονόμασα "Φρήντριχ Νίτσε" για λόγους αρχειοθέτησης, ας πούμε... Να σας πω τώρα και για το ελέφαντα και το σκουλήκι; Δεν θέλετε, ε; Καλά, ας είναι...

Δευτέρα 23 Φεβρουαρίου 2015

Παραμύθια , μέρος 2ο:Το παραμύθι του τέλους

    Αισιόδοξο τραγούδι το προηγούμενο όμως - για να συνεχίσω την προηγούμενη ανάρτηση-  κι ως γνωστόν εμένα δεν μου άρεσαν τα αισιόδοξα τραγούδια. Κι έτσι, για να το ανασκευάσω κι επειδή μου αρέσουν περισσότερο οι ιστορίες με λυπημένο τέλος, έγραψα πιο μετά ένα άλλο τραγούδι,  μελοδραματικό, επηρεασμένο από το σπλάτερ κλίμα του Νίκ Καίηβ (ρεσπέκτ στον "αρχηγό", τότε είχε βγάλει το "αιματοβαμμένο" "Henry's Dream") και των "Διάφανων Κρίνων " ("αυτό το τραγούδι δεν είναι για σένα") που άκουγα τότε μανιωδώς, και με λογοτεχνικές αναφορές στην Αγία Γραφή (ο Καίηβ που λέγαμε...) και στον Οιδίποδα (τα "Διάφανα κρίνα" και "τα χρόνια που ναυάγησαν στις ξέρες σου"... ). Βέβαια περισσότερο μου βγήκε ένα  "This is not a love song", στο πιο πολύ πιο άτεχνο.  Αφηγητής υποτίθεται πως είναι ο συντετριμένος μετά το χωρισμό ήρωας του πρώτου τραγουδιού- παραμυθιού. Δεν μου βγήκε μάλλον, αλλά ακόμα μου αρέσει η (δική μου) φράση "κουβαλάει την πίκρα του σε ορό"....

Το παραμύθι του τέλους 

Το παραμύθι αυτό δεν είναι για σένα.
Μιλάει για κάποιο πλευρό που 'χει χάσει το σώμα του.
Που 'χε πιστέψει για φίλο τον εχθρό του
Κι έχει γεμίσει αίμα και δάκρυα το στρώμα του.

Το παραμύθι αυτό δεν είναι για σένα.
Μιλάει για κείνο το καημένο το πλευρό.
Που ψάχνει εσένα με μάτια κλαμμένα
και κουβαλάει την πίκρα του σε ορό.

Που έχει χαθεί στα  του μυαλού.
Να αναρωτιέται τι δεν πήγε καλά.
Που έχει κάνει την καρδιά του κουρελού
κι η ψυχή του πια δεν ανοίγει  πανιά.

Για το πλευρό τ' ακρωτηριασμένο.
που σ' ένα τρίστρατο χαράματα.
Όπως το βρήκαν μόνο και ζαλισμένο,
το κατασπάραξαν της νύχτας τα σκυλιά. 

Το παραμύθι αυτό δεν είναι για σένα.
Μιλάει για κάποιο φίλο μου παλιό.
Ένα άλλο παραμύθι είχα γράψει για σένα.
Όμως δεν μ' άφησες το τέλος να σου πω.

Το παραμύθι αυτό δεν είναι για  σένα.


ΥΓ: Υπάρχει σοβαρή περίπτωση όλα όσα λέω παραπάνω και στην προηγούμενη ανάρτηση να είναι παραμύθια...

Πέμπτη 5 Φεβρουαρίου 2015

Παραμύθια, μέρος 1ο:Παραμύθι χωρίς τέλος

  Όταν ήμουν φοιτητής έμενε σπίτι μου καμιά φορά μια κοπελιά που είχα και της άρεσε, όταν κοιμόμασταν, να της λέω ένα παραμύθι που αυτοσχεδίαζα εκείνη την ώρα με ήρωες εμένα κι εκείνη για να αποκοιμηθεί.  Ίσως  ήταν, επειδή ήταν της μόδας τότε το βιβλίο του Κούντερα "Η αβάσταχτη ελαφρότητα του είναι" και η ταινία που γυρίστηκε με βάση αυτό και αναφέρει πως το έκανε ο πρωταγωνιστής στην πρωταγωνίστρια. Το πιο πιθανό ήταν πως το χρησιμοποίησα  επηρεασμένος από το βιβλίο.  Κάποια στιγμή στην αρχή το δοκίμασα και μετά την πάτησα... Γιατί, εντάξει καλά ήτανε, αλλά μετά από λίγο άρχισα να το βαριέμαι. Άλλες φορές είχε στερέψει η φαντασία μου, άλλες φορές το έκανα  από συνήθεια, άλλες φορές διασκεύαζα πραγματικά παραμύθια (και της την έδινε: "Αυτό είναι ο Πέτρος και ο Λύκος", "ξέρω, και μετά η Κοκκινοσκουφίτσα τα φτιαξε με το λύκο", "Τον παπουτσωμένο γάτο μου λές?", "Πφφφφφ, πάλι Αίσωπος, αφού δεν είναι ρομαντικό " [η δική μου εκδοχή ήταν... ]). Μια νύχτα που ήμουν κουρασμένος και ήθελα να κοιμηθώ ,εκείνη ήθελε παραμύθι, οπότε διασκεύασα το "Παραμύθι χωρίς τέλος"...  "Ήταν ένα αγοράκι που αγαπούσε ένα κοριτσάκι και το αγαπούσε πολύ. Κι όταν βρούμε πόσο το αγαπούσε θα σου πω τη συνέχεια του παραμυθιού, Καληνύχτα." Αλλάγή πλευρού, ροχαλήτο.  Δεν εκτίμησε το χιούμορ μου και  με χωρισε (Γιούπι!!!!) και κοιμόνουνα σαν άρχοντας τα βράδια.
Αργότερα, αυτήν την ιστορία την έκανα ένα τραγούδι με τίτλο "Παραμύθι χωρίς τέλος".

Παραμύθι χωρίς τέλος 

Μια φορά κι έναν καιρό ένα αγόρι ήτανε
μια μικρούλα κοπελιά του 'χε κλέψει τη καρδιά.
Την αγαπαγε τρελά,κι ένα ήτανε μαζί,
κι ήθελε όλη του η ζωή, πάντα, έτσι να περνά.

Όμως κάποια μάγισσα  συνάντησε τ'αγόρι
κι ύπουλα προσπάθησε να του αλλάξει τα μυαλά:
"Μην ξεχνάς", του λέει γλυκά, "η συνήθεια κυβερνά .
Τώρα κι αν την αγαπάς, αύριο ίσως να 'ναι αλλιώς".

Και το αγόρι απαντά: "Τον ιστό σου στήσε αλλού.
Την αγαπώ τόσο πολύ που τη συνήθεια ξεπερνά".
Από τότε η μάγισσα το βαλε σκοπό της
να μετρήσει και να βρει πόσο την αγαπά.

Έλα  τώρα, μάτια μου, μες την αγκαλιά μου.
Παρακάτω τι έγινε δεν ξέρω ακόμα να σου πω.
Όταν βρει η μάγισσα πόσο σ' αγαπάω,
την συνέχεια θα σου πω απ' το παραμύθι αυτό.

Τι έγινε μετά κι αν είναι αλήθεια όσα λέω ή παραμύθια θα το δούμε στην επόμενη ανάρτηση.

Δευτέρα 19 Ιανουαρίου 2015

Ο περιπλανώμενος

Όταν ήμουν στο στρατό γνώρισα ένα παλληκάρι, το Θωμά, και μου άφησε κάτι στίχους του... Μετά πήραμε κι οι δυο μετάθεση και έχασα το τηλεφωνό του. Δεν τον ξαναείδα ποτέ... Μου μείναν τα στιχάκια του και μερικά τα μελοποίησα. Ένα από αυτά είναι και ο "Περιπλανώμενος" (ο τίτλος δικός μου, ήταν άτιτλοι οι στίχοι), ένας πειραματισμός στο να γράψω ενα τραγούδι σε διαφορετικά μέτρα (το μισό είναι 3/4 και το άλλο 4/4) άνευ τυπικής δομής... Δεν το ξανάπιασα μετά την ηχογράφηση αυτή... 
Αγαπημένο μου εφέ είναι που πετάω κάποια στιγμή την πένα. Ποτέ δεν με βόλευε για αρπίσματα...

Δεδομένου ότι δεν ακούω τι λέω και δεν έχω μαζί μου τα στιχάκια του Θωμά, καλή τύχη με τους στίχους...


Πέμπτη 8 Ιανουαρίου 2015

Τι θα πει ζωή

Η ταινία "Μαθήματα πιάνου" είναι πιστεύω από τις καλύτερες ταινίες όλων των εποχών, την είχα δει τρεις φορές όταν είχε βγει.

Μόνο το τέλος δεν μου άρεσε . Θα προτιμούσα η ταινία να τελειώνει βουλιάζοντας η ηρωίδα μαζί με το αγαπημένο της πιάνο. Το ευτυχισμένο τέλος που διάλεξε η σκηνοθέτρια  με το voice over της μουγγής ηρωίδας και το μεταλλικό δάκτυλο να παίζει πιάνο το βρήκα στη χειρότερη περίπτωση απεχθές και στην καλύτερη συνηθισμένο, άρα δραματουργικα βαρετό.
Τα τελευταία χρόνια έχω αλλάξει γνώμη. Εντελώς όμως... 





Ζωή είναι το ενδιάμεσο διάστημα.

Δευτέρα 8 Δεκεμβρίου 2014

Music is your only friend - Μουσικούλες χωρίς λογάκια...

   Πέρασα πολύ όμορφα τα χρόνια που έφτιαχνα τραγούδια κι ακόμα περισσότερο τώρα που τα θυμάμαι και τα σχολιάζω. Δεν έχω καμιά όρεξη όμως και την τρίτη χρονιά του ιστολογίου να την περάσω ανεβάζοντας παλιά τραγουδάκια, ακόμα κι αν αυτό σημαίνει ότι μοιραία οι αναρτήσεις του θα είναι λιγότερες. Στην παρούσα ανάρτηση θα συγκεντρώσω τις δημοσιεύσιμες μουσικές που δεν υπήρχε πρόθεση ή δεν αξιώθηκαν να αποκτήσουν λόγια και θα τελειώσω. Στο μέλλον θα δημοσιεύω μουσικά θέματα του Νάσου ή  τραγούδια του Στέλιου, όταν προκύψει κάποια ιδέα για βίντεο ή αξιωθώ αποκρυπτογραφήσω- αντιστοίχως- και καμιά παλιά (ή και νέα) ιδέα η διασκευή, άμα μου έρθει... Άρα λοιπόν αυτή είναι τελευταία ανάρτηση του ιστολογίου σ' αυτή του τη μορφή, της κιβωτού διάσωσης της ατομικής μου μνήμης...
----------------------------------------------------------------------------------------------------------------
Τα παραπάνω επροκειτο  να συμβούν πέρσι αλλά δεν έγιναν.  Οπότε συνεχίσαμε εφέτος, λιγότερο δογματικά ως προς την πορεία του ιστολογίου τούτου... Αυτό πάντως για τον Στέλιο και τον Νάσο ισχύει... Έχουνε μείνει και κάτι δικά μου τραγουδάκια, κάπως θα την βγάλουμε και φέτος...

 Μια μέρα στη σχολή, εγώ βαριόμουνα κι ο Στέλιος προσπαθούσε να παρακολουθήσει την παράδοση και να κρατήσει σημειώσεις, παρόλο που εγώ τον ενοχλούσα με διαφορους τρόπους. Του μιλούσα συνεχώς, έφτιαχνα καραβάκια και τα περνούσα πάνω από τις σημειώσεις του και άλλα τέτοια ώριμα... Κάποια στιγμή σταμάτησα για να γράψω στο έδρανο τους στίχους από το Paint black. Κι όπως έριξα μια ματιά στο τετράδιο του παρατήρησα ότι ανάμεσα στις σημειώσεις του, σκόρπια σε διάφορα σημεία, έγραφε:"Ο Ηλίας διοδεύει την επικοινωνία μου με τον καθηγητή μου" . Προς ανάμνηση του γεγονότος αυτού, το απόσπασμα που ακολουθεί ονομάστηκε (εκτός των άλλων...) "Διοδεύοντας"

Μαράζι το είχα να γράψω ένα ζεϊμπέικιο, αλλά ενώ τσιφτετέλοειδή και χασαποδειδή είχα μια ευεχέρεια να σκαρώνω, με τα ζεϊμπέκικα δεν μου 'βγαινε. Απότοκο της προσπάθειας μου αυτής ήταν αυτή η μουσικούλα, την οποία μια και μοναδική φορά έπαιξα και για αυτό είναι λίγο ασυγχρόνιστη. Βαρέθηκά μετά και την παράτησα όπως έκανα με πολλά πράγματα στη ζωή μου κι αυτό δεν το λέω με την παραμικρή πικρία ή μετάνοια, μάλλον με ανακούφιση... Είμαι πολύ χαρούμενος που δεν είμαι περφεξιονιστής... Αρκετά σύνδρομα έχω...

Υπάρχει και σε μια εκδοχή με πρόλογο και επίλογο αποσπάσματα από την "Ελένη" του Σεφέρη, στην οποία έχει δοθεί -δεν είμαι σίγουρος γιατί-ο τίτλος το "Ζειμπέκικο του ΑΣΕΠ".

Το επόμενο κομμάτι είναι μια ιδέα του Στέλιου που ποτέ δεν πήρε "Σώμα και ψυχή", δείτε το βίντεο να καταλάβετε τι εννοώ...

Το επόμενο είναι μια ηχογράφηση βιαστική σε ένα mp3player   για να μην το ξέχάσω... Και που το θυμάμαι δεν έγινε τίποτα...
Το επόμενο -για το οποίο δεν θυμάμαι τίποτα-λέει μια αυταπόδεικτη αλήθεια: "Μάλαμας" δεν είμαι....
Να μη τα ξαναγράφω για το επόμενο... Τα λέει το  βίντεο...

Μη σκιαχτείτε με το επόμενο... Ήταν η πρώτη φορά... Και τελευταία... Εν μέρει επειδή νομίζω ότι το από κάπου είναι κλεμμένο..
Το επόμενο μάλλον βρέθηκε ηχογραφημένο  γιατί μου το έπαιζε ο Στέλιος μπας και του βάλω στίχους, πράγμα που ποτέ δεν έκανα. Δεν πραγματοποιήθηκε με αυτή την  μορφή ποτέ... Αργότερα, ο Στέλιος χρησιμοποίησε κάποια κομμάτια του σε άλλα δικά του τραγούδια, ένα από τα οποία έμεινε και αυτό απραγματοποίητο...
Το επόμενο είναι ένας αυτοσχεδιασμός, το επόμενο ήταν καλύτερο αλλά μαλακωδώς έγραψα πάνω ξαναχρησιμοποιώντας την κασσέτα... Εις μνήμην
Ο Ηλίας έπαιζε ένα θεματάκι για να εξασκεί τα δάκτυλά του, το οποίο ήταν πολύ ενδιαφέρον. Εκτός από τη φορά που λάθρα τον ηχογράφησα. Το ανεβάζω για να τον εκθέσω , για να μάθει, ο τσόγλανος, όταν τον κυνηγάω να τον ηχογραφήσω, να κάθεται..
Ακόμα μια ιδέα που έμεινε ιδέα..
Και για το τέλος, κατά παράβαση του πλαισίου της ανάρτησης ένα ποίημα από τη Χαρά...
Πρόκειται προφανώς περί παρωδίας... Δεν είχαμε εξεταστική εκείνο τον Ιούνη και άρα plenty of time...



Τρίτη 18 Νοεμβρίου 2014

"Ομορφιά" - Ένα τραγουδάκι από το αναρρωτήριο...

Πρόκεται περί ιστορικής ηχογράφησης για αυτό και να μου συγχωρήσετε τις κακοφωνίες... Είναι ηχογραφημένη στο αναρρωτήριο του 295 ΤΕ  στην Κω, ενώ έχουμε κατεβάσει μερικά  νέρά που καίνε... Οι στίχοι είναι του Θωμά και είναι ο λόγος που γίναμε λίγο παραπάνω φίλοι, καθώς ήξερα τη σημασία των λέξεων "βορά" και "ξουθιά" που χρησιμοποιεί... Το τραγούδι το έγραψα εκεί που καθόμαστε και πίναμε κι έχει την έγκριση του στιχουργου του... Για την ακρίβεια, είναι το μοναδικό από τα τραγούδια που έγραψα σε στίχους του Θωμά κι έχει ακούσει ο Θωμάς, εφόσον μετα΄από κάμποσο πήραμε μετάθεση και έχασα τα ίχνη του...

Ομορφιά 
 Σαν του ανέμου την ορμή
είναι όμορφη και βασανιστική.
Προσοχή! Δαγκώνει...
Σαν την θάλασσα διπρόσωπη
απόκοσμη και ονειρική.
Σαν ξουθιά μ' έχει στοιχειώσει.
Την ζωή μου έχει αμαυρώσει,
Δύναμη διπλή η μορφή της έχει,
μια μ' ανασταίνει και μια με καταστρέφει.

Και δεν ξέρω πόσο θα αντέξω
Προτόυ τελείως καταρρεύσω.

Έγινε η καρδιά μου θύμα  στης αγάπης τη βορά.
Ας ήτανε αναστρεπτή των πραγμάτων η φορά.
Στου χρόνου ας στεκόμουνα κάποιο κενό.
Απ' τον πόνο να ξεφύγω, ηρεμία να βρω.

Έκανα τον πόνο μου ομορφιά
να χαθεί
να ξεχαστεί
το δρόμο για με να μη βρει πια.

Κυριακή 9 Νοεμβρίου 2014

Δεν είσαι εδώ- Ένα τραγουδάκι

  Την εποχή που είχα πάει φαντάρος ήταν της μόδας ένα τραγούδι του Βαρδέικου - πατέρα και γιού- με τίτλο "Τηλεκάρτα", το οποίο είχε εκληφθεί εσφαλμένα ως ερωτικό τραγούδι, διάλογος  μεταξύ ζευγαριού που το αγόρι είναι φαντάρος... Μια και ήμουν φαντάρος σκέφτηκα να γράψω κι εγώ ένα, πώς θα ήταν δηλαδή το τραγούδι άμα το έγραφα εγώ... Στην πορεία επειδή δεν μου βγαίναν οι στίχοι απαλοίφθηκε κάθε αναφορά στην τηλεκάρτα... And the rest is history.. H'  μάλλον αυτό το τραγούδι στο οποίο ακόμα μια φορά υπερεκτίμησα όχι τόσο τις φωνητικές, όσο τις εκτελεστικές μου ικανότητες,. Αλλά γιατί ρε γαμώτο; Αφού στο κεφάλι μου ακούγονται όλα μια χαρά... Μάλλον φταίει που για κάποιο λόγο που δεν έχω καταλάβει ,όταν αρχίζω να τραγουδάω, αυτόματα χρησιμοποιώ "ψεύτικες". Και μετά δεν μου φτάνει η κλίμακα...

H'
Κάποια στιγμή, όταν ήμουν φαντάρος άρχισα να πειραματίζομαι με την φόρμα  των τραγουδιών που έγραφα και προσπάθησα να γράψω ένα τραγούδι ψιλοαφηγηματικό, που θα βασιζόταν σε μια φράση η οποία θα λειτουργούσε ως λάιτ μότιβ...

Η΄
Πρόκεται για για μια απόπειρα που έκανα όταν ήμουν φαντάρος να γράψω ένα τραγούδι χρησιμοποιώντας μόνο δυο συγχορδίες (η Ντο Ματζόρε είναι μεταβατική) προσπαθώντας να χρησιμοποιήσω διαφορετικές μελωδίες.

Η'
Μου είχαν έρθει στο νου δυο μελώδίες και δεν ήξερα τι να τις κάνω. Έτσι αποφάσισα να τις χρησιμοποιήσω σε ένα τραγούδι, Η μία, η πιο πολύπλοκη, είναι αυτή που χρησιμοποιείται σαν πρόλογος και επίλογος. Την άλλη, την πιο ρυθμική τη χρησιμοποίησα ως ρίφ πάνω στο οποίο θα απήγγειλα, υποτίθεται τα λόγια...

Η
Τίποτα από τα παραπάνω


Δεν είσαι εδώ.

Σ' ένα παιχνίδι, ίδιο πάντα, με τις λέξεις τρελό,
κάθε λεπτό σε παίζω και σε χάνω.
Κι αν σ' αγαπάω πόσο δεν μπορώ να σου πω.
Όσο κι αν πω , θα σ' αγαπάω παραπάνω.

Δεν είσαι εδώ.
Σ'  όνειρα άγρια, λάγνα, πεινασμένα βουτώ.
Σ' αγγίζω, σε κρατάω, σ' αγκαλιάζω.
Απο μια ανάγκη απεγνωσμένη το κορμο σου ζητώ,
ξάφνου ξυπνάω, δεν είσαι εδώ, μόνος βουλιάζω.

Ρωτάω το χρόνο "Πες μου, γιατί κυλάς τοσο αργά".
Μου απαντάει με δευτερόλεπτα σακατεμένα.
Μες το κεφάλι μου οι σκέψεις μεθυσμένα πουλια.
Σένα ζητούν και οδηγούν ίσια σε σένα.

Δεν εισαι εδώ.

Δεν είσαι εδώ, δεν είσαι εδώ, μικρή,
και γω μακριά σου μοιάζω σπίτι στοιχειωμένο.
Δεν αναπνέω δεν υπάρχω, είμαι εικόνα θολή.
Να μ' αναστήσει η αναπνοή σου περιμένω.

Δεν είσαι εδώ....

Κυριακή 26 Οκτωβρίου 2014

Τρεις κωμικές ιστορίες τρόμου: "Το πρώτο μου φάντασμα", "Εκουζουλάθης, σύντεκνε;", "Το σταυροδρόμι"

   Μολονότι κάτι σκάρωνα κατά καιρούς σε στιχάκια, με το πεζό λόγο δεν είχα ποτέ καλές σχέσεις. Μπορεί να είναι απότοκο της έκθεσης ιδεών και της αηδίας των πανελληνίων. Μια φορά μόνο αποπειράθηκα να γράψω ένα σπονδυλωτό πεζό με τον πομπώδη τίτλο "Θραύσματα και αναμνήσεις από μια χαμένη άνοιξη" το οποίο ξεκινούσε υποτίθεται την πρώτη μέρα της άνοιξης σε μια συναυλιά των Ramones  και τελειώνε με μια καταρρακτώδη βροχή την πρώτη μέρα του καλοκαιριού. Δεν το τελείωσα ποτέ, ούτε ξέρω τι απέγινε. Πάντως, πριν κάποια χρονιά με αφορμή μια εργασία που είχα βάλει σε μαθητές μου, να γράψουν μια ιστορία τρόμου, έκατσα κι έγραψα κι εγώ τρεις ιστοριούλες τρόμου. Κοινό στοιχείο τους είναι το υπομονευτικά κωμικό στοιχείο και το γεγονός ότι ...δεν είναι δικές μου. Η υπόθεση δηλαδή. Τις διασκεύασα διανθισμένες με φανταστικά και αυτοβιογραφικά στοιχεία.
Το πρώτο μου φάντασμα
   Ήμουν, που λέτε, ένα καλοκαίρι στο χωριό μου, πολλά χρόνια πριν,  και ξαφνικά συνέβη κάτι κι έπρεπε να ανέβω κατεπειγόντως στην Αθήνα. Βούτηξα, λοιπόν, το παλιό Σταρλετάκι του αδερφού μου (ο οποίος νόμιζε ότι του το κλέψανε και στο μεταξύ πήρε τηλέφωνο την Αστυνομία) και ξεκίνησα οδηγώντας  λίγο μετά το όρια της νομιμότητας από τη βιασύνη. Οι στροφές στην Τσακώνα και τη Μεγαλόπολη ήταν δοκιμασία για τα νεύρα μου και καθώς μάλλον με σάρκαζε το σύμπαν ένα κομβόι φορτηγών με καθήλωσε σε ρυθμό σημειωτόν. Οπότε η αργοπορία και η αδημονία ήταν αυτές που πατούσαν το γκάζι μετά, που πέρασα την Τρίπολη και βρήκα δρόμο καλό να τρέξω.    
    Σουρούπωνε αλλά  οι  αχτίνες του ήλιου ακόμα ήταν καυτές και καθώς δεν είχε κλιματισμό το αυτοκίνητο είχα ανοίξει τα παράθυρα.  Το Σταρλετάκι είχε φτάσει στα όρια του και μούγκριζε, μα  με έβγαλε ασπροπρόσωπο. Προσηλωμένος στην οδήγηση και με τέρμα τα γκάζια, όταν αισθάνθηκα το άγγιγμα στο σβέρκο, ασυναίσθητα ακόμα σχεδόν, κοίταξα το καθρέφτη. Και πάγωσα... Κάτι ακαθόριστου σχήματος, λευκό, που θρόιζε και παλλόταν ήτανε πίσω από το κεφάλι μου... Κοκκάλωσα το αμάξι, ευτυχώς κανείς δεν ήταν πίσω μου, έκανα στην άκρη και ...κοίταξα πίσω. Τίποτα.Με σάρκασα λίγο που από την βιασύνη μου - είχα το πρόβλημα μου, θυμάστε?- έβλεπα παραισθήσεις και ξαναξεκίνησα.
       Στην αρχή το είχα και λίγο στο νου μου και έριχνα κλεφτές ματιές στον καθρέφτη. Δεν έγινε τίποτα όμως και γρήγορα ξαναπάτησα το γκάζι, να ξανακερδίσω το χαμένο χρόνο... Και ξαφνικά το ξαναείδα να με πλησιάζει με ταχύτητα, το ίδιο λευκό πράγμα , το ακαθόριστο και το ένοιωσα πάλι στο σβέρκο μου και παραλίγο να μου φύγει το αμάξι από το δρόμο, γιατί με έπιασε κρύος ιδρώτας και πάγωσα και τα χέρια μου δεν με υπάκουαν και σαν απομηχανής θεός βρέθηκε κείνο το πάρκινγκ και μπήκα και σταμάτησα και κοίταξα πίσω... Τίποτα πάλι...
     Ομολογώ ότι είχα αρχίσει να τρομάζω. Δεν είναι ότι πιστεύω στα φαντάσματα, αλλά τι άλλο μπορεί να ήταν, κύριε Σκρούτζ, αυτό το λευκό, αέρινο, παλλόμενο, άμορφο  πράγμα, που μπορούσε να εμφανίζεται και να εξαφανίζεται όποτε ήθελε? Το ότι είχε αρχίσει να νυχτώνει και -το παραδέχομαι- φοβόμουνα λιγάκι μοναχός μου στην ερημιά, και μάλιστα με ένα φάντασμα παρέα, ήταν ο μόνος λόγος που ξαναμπήκα στο αυτοκίνητο και ξαναξεκίνησα... Η προηγούμενη βιασύνη μου με είχε εγκαταλείψει... Τώρα βιαζόμουνα, για να τελειώσω μια ώρα αρχύτερα αυτό το εφιαλτικό ταξίδι. Πριν γεμίσουν πάλι οι καθρέφτες μου - εννοείται ότι κρυφοκοίταζα- από αυτό. Δεν ήξερα καν πως να το πω...  Και καθώς ανέπτυσσα  πάλι ταχύτητα,  έτυχε και σήκωσα το χέρι μου να ξύσω το αυτί μου  από νευρικότητα την ώρα ακριβώς που το ' δα  στον καθρέφτη να ξανάρχεται και το άγγιξα...
    Το άγγιξα λέω, και το μυστήριο λύθηκε, όχι γιατί τα φαντάσματα είναι άυλα, αλλά γιατί αυτό που άγγιξα ήταν η επένδυση στον ουρανό του αυτοκινήτου που είχε τρυπήσει κάπου και όταν έτρεχα με μεγάλη ταχύτητα ο αέρας από το ανοιχτό παραθυρό έμπαινε μέσα και τη  φούσκωνε... Περιττό να πούμε πως, αφού πρώτα ανακουφίστηκα, διασκέδασα πάρα πολύ με το γεγονός και  μια  πήγαινα αργά, μια  επιτάχυνα και, όταν έβλεπα στο καθρέφτη το "πρώτο μου φάντασμα", του κάνα: Μποοοοοουουουουουουού! Εννοείται έφτασα με μεγάλη καθυστέρηση στην Αθήνα... Αλλά και τι πειράζει; Αποδείχτηκε τελικά ότι δεν είχα καν λόγο να βιάζομαι...
   
(Η ιστορία που σας λέω είναι αληθινή. Εννοείται, βέβαια, ότι δεν συνέβη σε μένα...  Κάποτε, όταν ήμουν στην ηλικία σας,  το Β' πρόγραμμα της Ε.Ρα. είχε μια εκπομπή με τίτλο "Η πρώτη φορά", στην οποία ακροατές αφηγούνταν την πρώτη φορά που τους συνέβη κάτι. Αυτή ήταν η ιστορία ενός ακροατή με τίτλο "Το πρώτο μου φάντασμα". Τη θυμήθηκα όταν ο Μιχάλης Μπαλ. από το Α2 μου ζήτησε να κάνουμε το κείμενο της Ιορδανίδου και το διάβασα. Είπα να την διασκευάσω γι αυτή την ανάρτηση.... Πλάκα δεν θα ' χει να είναι αναγνώστης μου ο πρωταγωνιστής στην ιστορία και να την διαβάσει, τόσα χρόνια μετά? Θεωρείται, επίσης,  αυτονόητο ότι ως οδηγοί σε καμιά περίπτωση δεν ενεργούμε όπως ο ήρωας της  ιστορίας. )
"Εκουζουλάθης, σύντεκνε;"
   Η παρακάτω ιστορία είναι πραγματική. Συνέβη σ' έναν εξ αγχιστείας ξάδερφό μου, όταν ήταν δόκιμος της Σχολής Χωροφυλακής κάπου στην δεκαετία του '50. Ο ξάδερφος, πέρα από ιδιαίτερα προληπτικός, φοβάται  πολύ τους πεθαμένους. Την λαθράκουσα, όταν ήμουν παιδάκι, να την αφηγείται ο ίδιος στον πατέρα μου ...
   " Ήμουνα, που λες μπάρμπα στη σχολή τση Χωροφυλατσής, τσε μ' είχανε βάλει ψηλά σ' ένα βουνό να φυλάω. Μαύρα μεσάνυχτα. Φτου, φτου, φτου! Στις τρεις θα 'παυα γω τσαι θα ρχότανε ο άλλος. Έκατσα, μπάρμπα, και τήραγα απο δω τσ' απο τσεί, στζαζόμουνα τσε λίγο, μη βγει καμιά λάμια τσαι με πάρει... Εν πέρναγε η ώρα. Κράταγα ένα μπεγλεράτσι, το παιζα, φούμαρα λιγάτσι. Τήραξα κι είδα τσι είχε ένα κλησσάτσι τσει δα δίπλα. Λέω του νου μου,
-"Χάε, Β..., ν' ανάψεις ένα τσεράτσι στον άγιο, να μη σε φάνε οι στρίγγλες μοναχό σου παδά!"
   Φτου, φτου, φτου! Πήγα, μπάρμπα, άναψα το τσεράτσι μου και μετά δεν ξέρω ποίος διάλος με καβάλητσε τσαι πήγα στο ιερό. Ηύρα κάτι κουτιά μέσα, άνοιξα ένα, λέω:
- Τίνα να 'ναι παδά μέσα;
    Κάτι στροτζυλά 'τανε με κάτι τρούπες τσε κάτι μακρουλά σα ραβδία. Άναψα το τσακμάκι μου τσι ήτανε κόκκαλα, μπάρμπα... Πεθαμένοι!!!!! Στην κοκκαλίστρα είχα πάει!!!! Βγήκα όξω και πιλάλαγα σαν μουρλός... Φτου, φτου, φτου! Τσ' από την τρομάρα μου τσαι την πιλάλα μο 'πεσε το πηλίτσιο μου. Τσαι που να πάγαινα χωρίς πηλίτσιο στην αναφορά ταχιά το πρωί;
-Δεν πειράζει, θα στείλω τον άλλο που θα με παύσει, λέω
    Στις τρείς ήρθε ο άλλος, φουμάραμε ένα τσιγαράτσι τσαι του λέω:
- Ε, συνάδελφε! Τσαι δεν πας τσειδά ν' ανάψεις ένα τσεράκι  τσαι να μου φέρεις τσαι μένα το καπελάτσι μου που μο 'πεσε;
- Ήντα λες, μπρε σύντεκνε? Εκουζουλάθης; Έει κοκκάλες μέσα!!!
  Τσ' έμεινα τσειδα,  μπάρμπα, μέχρι το πρωί!!! "
Χοχο! 
Το σταυροδρόμι
  Όταν ήμουνα μικρός, ο πατέρας μου με αποκαλούσε "Ηρακλή" καμαρώνοντας, γεμάτος περηφάνια, που ήμουν παιδί άφοβο και τολμηρό για την ηλικία μου. Εγώ χαιρόμουνα, βέβαια, αλλά αισθανόμουνα ότι τον κοροϊδεύω... Διότι η αλήθεια ήταν- και ντρεπόμουνα και να το πω και που δεν το 'λεγα - πως δεν ήμουνα τελείως ατρόμητος. Φοβόμουνα δυο πράγματα. Το σκοτάδι και τα νεκροταφεία με τους πεθαμένους. Και μπορεί με εκλογικεύσεις ή εξαναγκάζοντας τον εαυτό μου να αντιμετωπίσει τους φόβους του δίνοντας μου ο ίδιος θάρρος ή προσπαθώντας να με φέρω στο φιλότιμο με απειλές και νουθετήσεις, να τον υπερνικούσα τον έναν από τους δύο φόβους κάθε φορά, αλλά στον συνδυασμό δεν μπορούσα να κάνω τίποτα, σήκωνα τα χέρια ψηλά. Στην κυριολεξία! Κι μετά έπιανα το κεφάλι μου, και μ' έπιανε κρύος ιδρώτας και σύγκρυο, κι έμενα ασάλευτος με μάτια κλειστά. Τίποτα δεν μπορούσε να με κάνει να το ξεπεράσω...
  Το χωριό μου αποτελείται από μια σειρά από μικρά χωριουδάκια. Εγώ έμενα σ' ένα από αυτά, το μικρότερο, κι επειδή ήμουν το μόνο παιδί εκεί, έφευγα για να παίξω στο διπλανό χωριουδάκι που ήταν μεγαλύτερο κι είχε κι άλλα παιδιά...
  Το σπίτι μου ήταν στην άκρη του χωριού μου και για να φτάσω εκεί επιστρέφοντας, έφτανα σ' ένα σταυροδρόμι κι είχα δυο δρόμους. Ο ένας ήταν να συνεχίσω τον δρόμο τον αμαξιτό κάνοντας, όμως, έναν μεγάλο κύκλο γύρω απ' όλο το χωριό και να φτάσω στο σπίτι μου. Ο άλλος ήταν το μονοπάτι του νεκροταφείου που έκοβε εγκάρσια το χωριό και με έβγαζε αμέσως στο σπίτι μου. Την ημέρα ο δρόμος αυτός ήταν χαρά θεού, με τον ήλιο να λάμπει, τα πουλάκια να κελαηδούν, τον αέρα να θροΐζει περνώντας μέσα από τα πυκνά δέντρα και το ρυάκι του χωριού να κελαρύζει παραδίπλα. Αλλά την νύχτα, τα κυπαρίσσια μοιάζαν με απειλητικά δάκτυλα άγνωστων και γιγαντιαίων πλασμάτων, το φως του φεγγαριού ή των κολόνων της Δ.Ε.Η. καθώς μπερδεύεται μέσα στα δέντρα και χάνει το δρόμο του τα κάνει να μοιάζουν με απειλητικές σκιές νεκρών που έτοιμα είναι να σε αρπάξουν, ο αέρας συρρίζει περνώντας μέσα από τα κάγκελα του νεκροταφείου κι οι κοασμοί των βατραχιών μεγενθυμένοι από τον φόβο μου ακούγονταν σαν Λάμιες και ξωτικά. Όταν περνούσα από κει με τους γονείς μου, κρατούσα πάντα το μπατζάκι του πατέρα μου ή τη φούστα της μάνας μου κι όταν καμιά φορά ακουγόταν το πένθιμο και μονότονο κρώξιμο καμιάς κουκουβάγιας, προάγγελο θανάτου τις θεωρούσαμε, τα 'σφιγγα μέσα στο χέρι και ζάρωνα πίσω τους όλος αγωνία. Φρόντιζα λοιπόν, όταν ήμουν μονάχος μου, να παίρνω τον δρόμο του νεκροταφείου μόνο την μέρα. Αλλιώς, παρίστανα τον αθλητή τάχα και έκανα τρέχοντας όοοοοοοοοοοοοοοοοοοολο τον μεγάλο δρόμο, πράγμα βολικό κιόλας, γιατί και στο σκοτάδι είπαμε δεν αισθανόμουν άνετα και τέλειωνε μια ώρα αρχύτερα η δοκιμασία...
  Μια μέρα είχα πάει στο διπλανό χωριό να παίξω κι είχα στον νου μου να γυρίσω στο σπίτι να δω την αγαπημένη μου εκπομπή, "Τα στρουμφάκια", τα παιδικά τα βάζανε πιο αργά τότε. Ξεχάστηκα, όμως, στο παιχνίδι κάτω από τον λαμπρό ήλιο και το θυμήθηκα όταν άρχιζε πια να σουρουπώνει. Έφυγα τρεχάτος, γεμάτος αγωνία, γιατί καταλάβαινα πως δεν θα έφθανα στο χωριό πριν νυχτώσει και θα αναγκαζόμουνα για να μη περάσω από το δρόμο του νεκροταφείου να κάνω όοοοοοοοοοοολο το μεγάλο και μακρινό δρόμο κι όταν θα έφθανα στο σπίτι τα "Στρουμφάκια" θα είχαν τελειώσει. Κι ο φόβος μου αυτός- που ο ίδιος βάραινε το βήμα μου- επαληθεύτηκε κι είχα μονάχα την ελπίδα πως - δεν μπορεί!- κάποιον θα συναντήσω να με περάσει...
  Ξεψυχισμένος και ξέπνοος έφτασα στο σταυροδρόμι κι - ω του θαύματος!!!!- είδα μέσα στο μισοσκόταδο έναν τύπο απροσδιόριστης ηλικίας, ντυμένο στα μαύρα. Ήταν ακουμπισμένος στην αυλόπορτα του νεκροταφείου και κοιτούσε τα χέρια του σαν να' στριβε τσιγάρο. Δεν φοβήθηκα! Είμαστε μικρό χωριό. "Επισκέπτης σε κάνα γείτονα θα 'ναι", λέω, "κι ήρθε ν' ανάψει κάνα κερί".
  Χαρούμενος που δεν θα έκανα όοοοοοοοοοοοοοοοολο το μεγάλο δρόμο, πήρα αποφασιστικά τον δρόμο του νεκροταφείου.
-"Καλησπέρα, μπάρμπα", του λέω θαρρετά!
-"Καλησπέρα, παιδάκι μου."
  Ήμουν τόσο γεμάτος ευγνωμοσύνη που δεν θα χρειαζόταν να κάνω όοοοοοοοοοοοοοολο το μεγάλο δρόμο, που αισθάνθηκα την ανάγκη να του ανοίξω την καρδιά μου και να του πω ευχαριστώ!
-" Να ' σαι καλά που είσαι εδώ. Φχαριστώ!! Ξέρεις, μπάρμπα, τα σκιάζομαι τα νεκροταφεία και τους πεθαμένους κι άμα δεν ήσουνα θα πήγαινα από τον άλλο τον δρόμο", λέω.
-"Μην ανησυχείς, παιδάκι μου. Κι εγώ φοβόμουνα όταν ήμουνα ζωντανός, αλλά τώρα είδα ότι δεν υπάρχει λόγος..."
[Η διασκευασμένη αυτή ιστορία είναι αφιερωμένη στη μνήμη του πατέρα μου ο οποίος συνήθιζε να την αφηγείται υπό μορφή αστείας ιστορίας. Ήταν ένα από τα δυο ανέκδοτα που έλεγε. Το  άλλο ήταν με το μοτοσικλετιστή που φόρεσε το μπουφάν ανάποδα, έπαθε ατύχημα και δήλωσε μετά ο αυτόπτης μάρτυρας που πρόσφερε τις πρώτες βοήθειες  ότι "ζούσε μέχρι που του γύρισα το κεφάλι στη θέση του"...]

Κυριακή 19 Οκτωβρίου 2014

San Michele (aveva un gallo) - Θανάσης Παπακωνσταντίνου

    Το τραγούδι του Θανάση Παπακωνσταντίνου "San Michele" δεν χρειάστηκε καν να ηχογραφηθεί για να το λατρέψουν οι ... μυημένοι. Ήδη από τις συναυλίες το ξεχωρίσαμε οι ...θανασικοί και το είχαμε αγαπήσει. Η έμπνευση προέρχεται από την ταινία των αδερφών Ταβιάνι "Ο Σαν Μικέλε είχε ένα κόκκορα" (San Michele aveva un gallo, 1972),  η οποία με τη σειρά της διασκευάζει ένα διήγημα του Λέοντα Τολστόι. . Στην Ιταλία της δεκααετίας του 1910, ο  Τζούλιο Μανιέρι, γόνος εύπορης οικογένειας,  είναι αρχηγός μιας ομάδας αναρχικών η οποία παρά την αδυναμία της να πείσει τους χωρικούς να εξεγερθούν ενάντια στους τσιφιλικάδες, πραγματοποιεί  ούτως ή άλλως την εξέγερση την οποία έχει προγραμματίσει. Μετά την καταστολή της συλλαμβάνεται, καταδικάζεται σε θάνατο, εκτελείται εικονικά και μετά φυλακίζεται για μια δεκαετία σε αυστηρή απομόνωση. Χρόνια μετά, ενώ μεταφέρεται σε άλλη φυλακή, συαντιέται με  άλλους φυλακισμένους, κομμουνιστές, οι οποίοι
του αποκαλύπτουν ότι θεωρείται ξεπερασμένος, κι ο ίδιος και αυτό που πρεσβεύει, καθώς ο κομμουνισμός πλέον είναι εκείνος που θα οδηγήσει τους ανθρώπους στην ελευθερία.
  Οι αδερφοί Ταβιάνι υπήρξαν μέλη του Ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος και κατά την εποχή κατά την οποία γύρισαν την ταινία,   το ΙΚΚ αποτελούσε την ατμομηχανη του  "ευρωκομμουνισμού" (ένας κομμουνισμός με ανθρώπινο πρόσωπο, απαλλαγμένος από τις απολυταρχικές  στρεβλώσεις που επέφερε ο σταλινισμός), δηλαδή πριν εκπέσει  στη γελοιότητα της σημερινής "Ελιάς (και της ιταλικής εκδοχής της που με τις παραλείψεις της οδήγησε στον μπερλουσκονισμό  και της ντόπιας εκδοχής,  δηλαδή το  τραβεστί  ΠΑΣΟΚ των τελευταιών 35 χρόνων), έναν  δρόμο που ελπίζεται, μάλλον ματαίως, να μην ακολουθήσει ο ΣΥΡΙΖΑ. Ακόμα κι έτσι πάντως,προφανώς η ταινία απηχεί την άποψη του "επιστημονικού μαρξισμού"  (των κομμουνιστών δηλαδή) σχετικά με την επανάσταση, σύμφωνα με την οποία οι αναρχικές θεωρίες είναι ουτοπικές, ανέφικτες και ανεφάρμοστες. Από την άλλη βέβαια, διαγράφονται γλαφυρά τα αποτελέσματα της αρχικής εκείνης ρήξης μεταξύ του Προυντόν και του Μαρξ, η οποία έχει κάνει την ενότητα της αριστεράς όνειρο θερινής νυχτός, με αποτέλεσμα αναρχικοί και κομμουνιστές να απεχθάνονται βαθύτατα οι μεν τους δε και κάτι γελοιοδέστατα υποκείμενα που μιλάνε με τον Θεό να ετοιμάζονται να πουλήσουν, τούτη τη φορά, τις παραλίες σας , ενώ εσείς κοιμάστε... Διότι όπως γλαφυρά και εύστοχα σχολίαζε ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του '70 ο Τζίμης Πανούσης: "Στην στεριά δεν ζει το ψάρι ούτε ο Κνίτης με φρικιά"...
  Για να επανέλθω, εν πάση περιπτώσει,  στη ταινία, οι αδερφοί Ταβιάνι, μολονότι τελικά δεν διακαιώνουν πολιτικά  τον ήρωα τους (είπαμε γιατί),  φαίνεται ότι δεν μπορούν να αντισταθούν στη συμπάθεια που τους προκαλεί το ανιδιοτελές, αν και (ή επειδή ακριβώς) δονκιχωτικό, του χαρακτήρα του και τον δικαιώνουν ηθικά. Κι αυτή η συμπάθεια διακρίνεται εύγλωττα στην ταινία. 
  Ο Θανάσης δεν ξέρω τι στάση κρατάει, αν εστερνίζεται τις ιδέες των αδερφών Ταβιάνι ή εκείνες του ήρωα του ή κάτι διαφορετικό,  περισσότερο αρμόδιος να απαντήσει είναι εκείνος... Σε κάθε περίπτωση όμως τον δικαιώνει και του δίνει μάλιστα το λόγο, ώστε σε πρώτο πρόσωπο να εκφράσει αυτά που ποτέ δεν φαίνεται να λέει αλλά όλοι νοιώθουμε...
   Για αυτό κι εγώ ήθελα να ασχοληθώ μαζί του. Τον ένιωσα ως μια αγνή και αμιγή περίπτωση καβαφικού θερμοπυλομάχου, έναν από τους 700 Θεσπιείς (ή κι εδώ), εναν Θερσίτη, έναν Κεμάλ -Γκάτσειο (sic) ή Ρασούλειο (ξανά sic). Δηλαδή πρότυπα ανιδιοτέλειας και ανθρωπισμού, διατεθειμένου να παλέψει για τις ευγενικές ιδέες των οποίων είναι φορέας, χωρίς να περιμένουν κανένα αντίτιμο για αυτές, ούτε καν την δόξα,  κι όντας προετοιμασμένα να υποστούν το όποιο κόστος μόνο και μόνο για λόγους αρχής, έστω κι αν γνωρίζουν ή οσμίζονται την αποτυχία τους. Σαν αυτό που  είχαν πει κι ένας  Ισπανός μαχητής του "Δημοκρατικού Στρατού" υποχωρώντας μετά την ήττα : "Μπορεί να χάσαμε τις μάχες, αλλά έχουμε τα καλύτερα τραγούδια".
    Εδώ και τέσσερα χρόνια, από τότε που κυκλοφόρησε,  ήθελα να φτιάξω ένα βίντεο στο τραγούδι χρησιμοποιώντας αποσπάσματα από την ταινία. Μόνο που όσο καιρό εγώ το σκεφτόμουν, ένας άλλος το έκανε... Οπότε έπρεπε να βρω κάτι άλλο για να έχει λόγο ύπαρξης το βίντεο. Αποφάσισα λοιπόν να τολμήσω, για δεύτερη φορά μόλις φορά, μια μετάφραση  με  "απελέκητα", που λέει κι Μακρυγιάννης, αγγλικά που έμαθα  το παλαί ποτέ στο Γυμνάσιο/Λύκειο Καρδαμύλης και όσα μετά έπιασα από δώ κι από κει ακούγοντας πολύ  μουσική και βλέποντας χιλιάδες ταινίες. Στη μετάφραση με βοήθησε τα μάλα η gia.des την οποία ευχαριστώ πολύ.  Ευχαριστώ, επίσης, την Μένια Ζούκα, την καθηγήτρια Αγγλικών του Γυμνασίου Μεθάνων, για τις μεταφραστικές κατευθύνσεις που μου έδωσε και την Μαρία Καραπατάκη, την καθηγήτρια Αγγλικών του Μουσικού Σχολείου Ρόδου, που επιμελήθηκε φιλολογικά και διόρθωσε τη μετάφραση. 

San Michele 
You don’t know who I am for I have been away for long
My tears dοn't mean anything to you
So recite to me what happened here
to hopefully gather once again the threads
Tell me those stories of yours
that make the reeds bend
at the edge of the fields and that, amid lull,
cool the farmers’ foreheads.
Tell me those stories of yours.

Show me pictures of these who were born on Sunday
and of those who have fallen out of the boat
just before it reaches the shore
because they don’t’ like their life anymore.

Tell me the songs you sing at dawn
when the lights in the square  go out
as well as in the afternoons after the praying
and before hanging around starts.
Tell me the songs you sing at dawn

Τell me if people keep on sitting on their heels
while looking at the fire
and if the most beautiful  women in the village
secretly breed eels under  their tongues .

Tell me if  the wolf of death still comes 
to the margins of the village in winters
and, while waving its tail, the milk coagulated
 inside the frightened breasts of the new mothers.
Tell me if he wolf  still comes to the margins of the village

Tell me if the bathtub - in which once
 I used to bathe by sun and by snow- was found
or the lock of hair that was kept from my first haircut by my mother
who still puts out the washing to dry.


Bakunin’s spittoon, the cast one,
comrades, has it been  found too?
so that I can spit inside with rage
for the new era makes me look like a cretin
You don’t know who I am for I have been away for long
Τους ελληνικούς  στίχους μπορείτε να τους δείτε εδώ