Στα πλαίσια του εκπαιδευτικού τουρισμού βρέθηκα μια χρονιά να υπηρετώ αναπληρωτής στην γενέτειρα. Με ξένισε λίγο, είναι η αλήθεια, γιατί την προηγούμενη χρονιά που αργήσανε να με πάρουν πήγαινα στο σχολείο με το μετρό. Έμεινα στην Αθήνα, δηλαδή. Αλλά, εντάξει: "Τουλάχιστον φέτος με πήρανε νωρίς και επιπλέον θα βλέπω συχνά την μάνα μου και τα αδέρφια μου", είπα.
Κι επειδή δεν είχαν ακόμα σκάσει τα μνημόνια, κράτησα και το σπίτι στην Αθήνα. Οπότε τα Σαββατοκύριακα, όταν δεν πήγαινα στο χωριό να δω τη μάνα μου, ανέβαινα στην Αθήνα και γυρνούσα την Κυριακή στην Καλαμάτα με το τελευταίο λεωφορείο, των 9. Και κλασικά, όταν σταματούσε στο ΚΤΕΛ της Τρίπολης να πάρει κόσμο και να πάνε οι επιβάτες για κατούρημα, εγώ είχα χαρμανιάσει, οπότε κατέβαινα και άναβα τσιγάρο.
Μια φορά, λοιπον, εκεί που κατέβηκα κι άναψα το τσιγάρο μου, με πλησιάζει ένα τύπος ίδιος με τον Ζαν Κλοντ στα "Μαύρα Μεσάνυχτα", ανοίγει το μπουφάν του, μου δείχνει την υπηρεσιακή του ταυτότητα και ζητάει, ευγενέστατα είναι η αλήθεια, να δει την δική μου.
Παλιά μου τέχνη κόσκινο. Του την δίνω, λοιπόν, και συνεχίζω να καπνίζω, ενώ εκείνος με ύφος συλλογισμένο πάει λίγο παραδίπλα, βγάζει το κινητό και διαβάζει σε κάποιον τα στοιχεία μου. Προφανώς, δεν υπάρχει κάτι για μένα, οπότε μου την δίνει ευγενικά, τελειώνω το τσιγάρο μου, μπαίνω στο λεωφορείο και ξεκινάμε.
Την άλλη βδομάδα ξανανέβηκα στην Αθήνα, οπότε κλασικά πήρα το λεωφορείο των 9 να γυρίσω στην Καλαμάτα, Στην Τρίπολη κατεβαίνω πάλι από το λεωφορείο να ανάψω τσιγάρο και τσουπ ξανασκάει μύτη ο Ζαν Κλοντ, ανοίγει το μπουφάν του, μου δείχνει την υπηρεσιακή του ταύτοτητα και ζητάει να δει τη δική μου.
Του τη δίνω πάλι και αδιάφορα συνεχίζω να καπνίζω. Πηγαίνει πιο δίπλα, παίρνει τηλέφωνο και ομοίως συλλογισμένα φαίνεται ότι διαβάζει σε κάποιον τα στοιχεία μου. Προφανώς δεν βρήκε κάτι για μένα. Μου επιστρέφει ευγενικά την ταυτότητά μου, μπαίνω στο λεωφορείο και φεύγουμε.
Την επόμενη Κυριακή επιστρέφω πάλι στην Καλαμάτα με το λεωφορείο των 9, κατεβαίνω στην Τρίπολη να καπνίσω, να σου και ο Ζαν Κλοντ, σταθερός στο ραντεβού του. Ανοίγει το μπουφάν του, μου δείχνει την υπηρεσιακή του ταυτότητα και ζητάει, πάλι, να δει τη δική μου.
Τούτη τη φορά, ενώ του τη δίνω, του λέω:
- "Συγγνώμη, κάθε βδομάδα τούτη τη δουλειά θα κάνουμε; "
- "Γιατί", μου λέει, "σ' έχω ξαναελέγξει;"
"Αυτή είναι η τρίτη ή τέταρτη φορά!"
"Δεν ξέρω, ρε φίλε. Μου φαίνεσαι γνωστός, αλλά δεν μπορώ να καταλάβω από πού".
Κι ενώ συζητάμε έχει ήδη βγάλει το κινητό, έχει πάρει τηλέφωνο και ρωτάει κάποιον για μένα. Δεν βρίσκει τίποτα, μου επιστρέφει την ταυτότητα ευγενικά, μου λέει και καλό ταξίδι αυτή τη φορά, ανεβαίνω στο λεωφορείο και φεύγουμε.
Τέλος πάντων, συναντηθήκαμε δυο τρεις φορές ακόμα, πάλι εκεί στα ΚΤΕΛ Τρίπολης, το επόμενο διάστημα και δεν με τσέκαρε, με είχε μάθει πια, μέχρι που λέγαμε και γεια. Του είχε μείνει όμως που δεν μπορούσε να θυμηθεί από πού με ξέρει κι όλο με ρώταγε:
"Έπαιζες μπάλα στην Δόξα Μεγαλόπολης;".
"Ήσουνα στην κατασκήνωση στη Βυτίνα";
"Πάντρεψες τον Τάκη, από τα Δολιανά;"
Μέχρι που μια φορά, είχε μπει καλοκαίρι πια και τελείωνε το σχολείο, βγήκα από το λεωφορείο να καπνίσω και δεν άναβε ο αναπτήρας μου. Οπότε, μιας και ήμαστε φιλαράκια πια, πλησίασε και μου έδωσε φωτιά. Κι όπως έσκυψα να ανάψω, είδα τον αναπτήρα του και τονε γνώρισα. Δυο τρία χρόνια πιο πριν δούλευα κάνα ενάμιση χρόνο σε ένα στολάδικο στη Μεσογείων για τα ένσημα. Κάποια στιγμή, το μαγαζί είχε παραγγείλει αυτούς τους αναπτήρες με τη φίρμα του και τους δίναμε ως δώρο στους καλούς πελάτες. Οπότε, τα συνδύασα όλα και κατάλαβα τι είχε συμβεί. Προς το τέλος τα μαλλιά μου και τα μούσια μου είχαν μεγαλώσει λίγο και θυμάμαι ότι κάποιοι πελάτες με κοιτάζανε περίεργα, τους φαινότανε παράξενο να βλέπουνε έναν τύπο σαν εμένα σε ένα μαγαζί με πελάτες από τα Σώματα Ασφαλείας. Όταν θα είχε έρθει ο Ζαν Κλοντ θα του είχα φανεί παράξενος κι εκείνου, θα του έμεινε η φάτσα μου κι όταν με είδε να κατεβαίνω από το λεωφορείο, θα του είχα φανεί γνωστός, αλλά πού να πάει ο νους του από πού με ξέρει. Οπότε υπέθεσε ότι καταζητούμαι...
Τονε λυπήθηκα και είπα να του αποκαλύψω την αλήθεια.
"Δεν μου λες", του λέω, "στολή, πηλικια και τέτοια μπιχιλιμπίδια τα παίρνεις από τον τάδε στη Μεσογείων;
"Ναι", μου λέει. "Πού το ξέρεις;"
"Από κει με ξέρεις. Δούλευα εκεί, θα σε είχα εξυπηρετήσει".
"Πες το, ρε φίλε. Κι έχω σπάσει το κεφάλι μου τόσους μήνες!".
![]() |
| Το συμβάν διεκτυλίσσοταν στην γαλάζια κολώνα, αριστέρα πίσω από το λεωφορείο, |
κάτω από αυτό το στρογγυλό που μοιάζει με ρολόι. Νύχτα προφανώς...
(Τα κείμενα που δημοσιεύονται κάτω από αυτόν τον τίτλο εκκινούν από προσωπικές εμπειρίες αλλά δεν είναι αυτοβιογραφικά, αμιγώς τουλάχιστον. Γιατί κάποιες από αυτές τις εμπειρίες είναι... δανεικές και γιατί ενδέχεται κάποια ονόματα ή γεγονότα να έχουν αλλάξει, για διάφορους λόγους.)

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου