Κυριακή 13 Νοεμβρίου 2011

Μ-ηθολογία


Ακόμα μια νύχτα.
Ανάβω το ένα τσιγάρο με το άλλο.
Η σκέψη μου σε σένα!
700 Θεσπιείς ! Οι μεγάλοι αδικημένοι της ιστορίας.


Μαστουρωμένοι Κένταυροι εθεάθησαν να τρέχουν ξέφρενα στο κέντρο της πόλης τα πόδια τους δεν άγγιζαν τη γη και ξαφνικά τεράστιες φτερούγες ξεπήδησαν από τις πλάτες τους και πήραν να πετούν μπροστά απ’ το φεγγάρι η σκιά τους έπεφτε τρομακτική πάνω στις στέγες σ’ ένα βρώμικο σοκάκι δυο μεθυσμένοι σήκωσαν τα μάτια στον ουρανό από κάπου λάλησε δυο φορές ένα κοκκόρι είναι να απορείς που βρέθηκε ένας κόκκορας στο κέντρο της πόλης ο κόκκορας λάλησε και τρίτη φορά μα οι Κένταυροι  δεν τον άκουσαν διασπώμενοι μ’ έναν εκπληκτικό συγχρονισμό για να γίνουν πελώρια  μανιτάρια και την άλλη στιγμή ο ουρανός γέμιζε νιφάδες χιονιού που δεν προλάβαιναν να αγγίξουν τη γη καθώς απροσδιόριστα πριν μετουσιωνότανε μ’ ένα παράξενο τρόπο σε γιγάντιους πτεροδάχτυλούς τα απαίσια κρωξίματα τους αναστάτωσαν τους κοιμισμένους ανθρώπους που βγήκαν στα μπαλκόνια μέσα στις μεταξωτές ρόμπες τους κι άρχισαν να γελούν καθώς οι πτεροδάκτυλοί του έβγαζαν τα μάτια για λίγη ώρα ακούγονταν μόνο τα γέλια των ανθρώπων τα σκουξίματα των πτεροδάκτυλων κι ο ξεχασμένος κόκορας μετά οι πτεροδάχτυλοι σηκώθηκαν ψηλά τίναξαν τα ματωμένα ράμφη τους και πέταξαν στο φεγγάρι.
          Χρόνια μετά οι άνθρωποι ξέχασαν, βάλαν καινούρια μάτια, μερικοί αγόρασαν καινούριες ρόμπες, ένας πήρε κι έναν κόκορα. 
Μια νύχτα με πανσέληνο δυο φίλοι βγήκαν να πιουν ….
 

Είδα ελάχιστα κι εγώ τον Αγαμέμνονα.
Είδα τις εικόνες που παγώσανε, στα διαλυμένα μάτια του.
Την άπνοια της Αυλίδας και τη στρατιά των Δαναών.
Το παραλήρημα της Κασσάνδρας και το μαχαίρι του Αιγίσθου.
Μετά ο αέρας ανέλαβε να αποτελειώσει το χαμό .

 
Συντρίβεται το περιστέρι μου στις Συμπληγάδες σου.
 Τ ’ ακολουθώ .
Βουλιάζει η Αργώ και εγώ στην πλώρη περιμένω.
Τη Μήδεια ποτέ δεν θα γνωρίσω,
το δέρας το χρυσό όνειρο ήταν και πάει!
Δεν θα μαγέψεις ,Ορφέα, το θεριό,
κυλάς μαζί μου στο βυθό, ταφόπλακα η λύρα σου.
Αιώνια οι πέτρες θα κινούνται , απόκοσμες και  σιωπηλές,
σημάδι πως απότυχα
 κι είμαι πνιγμένος στο πάτο θάλασσας δίχως ψάρια.

( Κάτι  μου λέει ότι η Ευρυδίκη θα την γλιτώσει.)


ΠΑΛΑΜΗΔΗΣ

Μηνύματα σου γράφω 
σ’ άδεια μπουκάλια
και τα πετώ στους υπονόμους.


ΤΑΝΤΑΛΟΙ 2000 μ.Χ.


Πιάσαμε την ανηφοριά πολύ πρωί,
βράδιασε κι ήταν η κορφή μακριά ακόμα.
Ξενυχτήσαμε κάτω απ’ τ’ αστέρια τραγουδώντας.
Και τις επόμενες μέρες το ίδιο συνεχίστηκε΄…
Και το τραγούδι χάθηκε κι έγινε προσμονή…
Κι η προσμονή χάθηκε και έγινε αγωνία…
Κι ή αγωνία χάθηκε κι έγινε απογοήτευση…
Κι απογοήτευση χάθηκε κι έγινε… τίποτα …
Κι είμαστε ακόμα εδώ κατάκοκοπη και κουρελήδες
να κυνηγάμε μια κορφή που αιώνια 

Α
Π
Ο

Μ

Α
Κ
Ρ

Υ

Ν
Ε
Τ
Α
Ι


απομακρύνεται!
  

ΓΡΑΙΕΣ

Δεν σας λυπάμαι για το ένα δόντι σας
-έτσι κι αλλιώς κάτι θα φάτε.
Λυπάμαι μόνο την αδυναμία σας να δείτε
-ταυτόχρονα κι οι τρεις –
την ίδια εικόνα.







Σάββατο 5 Νοεμβρίου 2011

Τραυλίσματα, αφορισμοί και αποστροφές.

Όταν σε βλέπω, μου είσαι αδιάφορη.
Όταν δεν είσαι εδώ, μου λείπεις. (Τραγούδι συνοδείας)

…Της είπε ότι δεν της έκανε κοπλιμέντα, αν και θά 'πρεπε, γιατί και την αγαπούσε και όμορφη την έβρισκε ή και (ακόμα κι αν δεν συνέβαιναν αυτά) έστω από στοιχειώδη ευγένεια για τα τόσα δικά της. Πίστευε όμως ότι οι πραγματικά όμορφοι άνθρωποι δεν έχουν ανάγκη από κοπλιμέντα, είπε.
Αυτός δεν κατάλαβε ότι ταυτόχρονα αυτοαναιρούνταν.
Αυτή δεν είπε τίποτα.

Με είπε αγαπημένο της αγόρι. Κολακεύτηκα.
Οκέϊ, λοιπόν, αμοιβαιότητα κι όχι αλισβερίσι.
Ωραία λέξη, αν σ’ αρέσει.
Ψιθύρισα τ’ όνομα σου στο σκοτάδι.
Κανείς δεν με άκουσε , ούτε κι εγώ.
Οι αισθήσεις μου πήγαν περίπατο σ’ αγρούς με φράουλες .
Για πάντα;




-«Τι κάνεις; »,ρώτησε παίζοντας μέσα στα δάκτυλα της το λουράκι της τσάντας της. Εγώ δε γύρισα.
-«Θα ατένιζα το πέλαγο, αλλά είναι το ντουβάρι»
-«Ξέρεις» είπε «ο κόσμος φτιάχτηκε για μας…»
-«Μη συνεχίζεις», τη διέκοψα, «αποκλείεται να έγινε τέτοιο λάθος εξαιτίας μας»


Γιατί οι γλόμποι κρέμονται απ’ το ταβάνι σαν ουρές ψόφιων μαϊμούδων…



Πραγματικότητα είναι τα μάτια του Μούργου
-γυάλινα, πράσινα-
όταν τα χτυπάει το φως.



Between a rock and a hard place. Κάθε βουνό είναι μοναδικό. το περήφανο Έβερεστ… και κάθε μικρός λοφάκος, περήφανος όπως το Έβερεστ.

Ως πότε σ’ αυτόν τον κόσμο των νάνων οι γίγαντες θα πέφτουν;
Ως που να ξεκουμπιστούν και να πάνε στο κόσμο των γιγάντων.
Ποιος τους είπε πως τους θέλουμε εδώ;




Το ξυπνητήρι είναι η χειρότερη εφεύρεση.
Προσφέρει με δελτίο πρόσκαιρο θάνατο.

Ονειρεύεσαι ξυπνητός ότι κοιμάσαι και χαμογελάς για το ευχάριστο όνειρο

Κάποτε κοιμήθηκα 16 ώρες . Ξύπνησα και ένοιωθα. Υπέροχα.

Ο πιο ακριβής ρεαλισμός επιτυγχάνεται στο σκοτάδι.


Στο σκοτάδι τα πράγματα φαίνονται όπως πραγματικά είναι. Μαύρα .


Θέλω να πεθάνω μέρα μεσημέρι με άπλετο φως και ανέφελο ουρανό!
Με τη γκαντεμιά που με δέρνει όμως , ακόμα κι αν τα καταφέρω, θα ‘χει έκλειψη ηλίου.



Δεν υπάρχει ευτυχία! Υπάρχουν μόνο λιγοστές στιγμές της.
(Νομίζω…)
Παρακολουθώντας την έκλειψη, έχασα τον εαυτό μου στη σκοτεινή πλευρά του φεγγαριού.


Κάπνισε τη τελευταία ρουφηξιά του τελευταίου τσιγάρου με τη τελευταία ανάσα.
Τον βρήκαν μες το μισοσκόταδο, μισοξαπλωμένο στο πεζούλι, μ’ ένα μισό χαμόγελο στο μισό πρόσωπο.


Τελικά το μόνο που μας σώζει είναι ελευθερία εισόδου στα ψυχιατρεία χωρίς εξετάσεις.
Διότι τι να τις κάνεις τις εξετάσεις, όταν 29 κατασκευαστές πλυντηρίων συνιστούν Skip
κι όταν χτυπάει το τηλέφωνο 9 φορές στις 10 είναι για κακό;

Μ’ αρέσει να συμπεριφέρομαι σα ζώο, γιατί συμπεριφέρομαι σαν άνθρωπος.
Μ’ αρέσει να συμπεριφέρομαι σαν άνθρωπος, γιατί συμπεριφέρομαι σαν ζώο.

Το μόνο που περιμένεις είναι ν’αλλάξει κάτι στο μυαλό σου και ν’ αρχίσεις να χαμογελάς ευτυχισμένος.



Εν αρχήν ην το χάος! Εγώ ήρθα μετά.

Το χάσμα που άνοιξε ο σεισμός , ευθύς εγέμισε άνθη.
Πλαστικά.

Καλώς ήρθατε στον θαυμαστό καινούριο κόσμο. Σκουπίστε μόνο τα πόδια σας για να μην μας λερώσετε την μοκέτα.

Αναπολώ τα μελλούμενα, αγωνιώ για τα περασμένα κι αδιαφορώ για τα τωρινά

Με το πιστόλι στο κρόταφο και τη θηλιά στο λαιμό αναζητούμε έναν ανώδυνο θάνατο, ξεψυχώντας κάποτε κάτω απ’ το φως υπέρυθρων ακτινών.

Η διαθλαστική δύναμη του ακατέργαστου μαργαριταριού με συνεπαίρνει. Επιβιβάζομαι στο τρένο της παρουσίας μου, που μοιάζει πιο οδυνηρή απ’ τη δική σου απουσία.
Ακούω το Born to be wilde.
Μετακινώ το κολάρο που με κόβει.

Σάπιες καρέκλες τα διλήμματα μου και εγώ υπέρβαρος. Ανασυντάσσω το ιππικό και επιτίθεμαι με το πεζικό. Η ήττα είναι σίγουρη, μα θα πεθάνω.


Τα κουνούπια ψοφούν, όταν με τσιμπάνε.
Είμαι το δραστικότερο εντομοκτόνο και δεν καταστρέφω το όζον.
Προτιμήστε με!

Τα μάτια, οι κάμερες και οι φωτογραφικές μηχανές είναι καταδικασμένες σε αφάνεια. Βλέπουν, γράφουν και καταγράφουν αλλά τα ίδια μένουν πάντα στη σκιά.
Έχουμε πολλές φωτογραφίες από μια μηχανή, αλλά καμία φωτογραφία της μηχανής.
Την εποχή που δεν υπήρχαν καθρέφτες, ο άνθρωπος ήξερε καλά το πρόσωπο των άλλων και καθόλου το δικό του.
Οι άσχημοι δεν είχαν το κόμπλεξ της ασκήμιας τους κι οι όμορφοι την έπαρση της ομορφιάς τους.
Σε μια τέτοια κοινωνία δεν θα υπήρχε το παραμύθι « Η πεντάμορφη και το τέρας».

Η Λίντα Χάμιλτον και ο Ρον Πέλμαν θα μένανε άνεργοι.

Στη διαφορά ανάμεσα σε μια μαρμάρινη και σε μια τσιμεντένια πλάκα, πολλοί αποφαίνονται υπέρ της μαρμάρινης , ξεγελασμένοι από τη γυαλάδα και την ψευτοπολυτέλεια της.
Εγώ διαβλέπω, όμως, μια πραγματικότητα στην άλλη και την προτιμώ.
Όταν διαλύεται από το χρόνο και ξεφτίζει, εμφανίζονται τα σίδερα γυμνά και σκουριασμένα.
Και μοιάζουν με ανθρώπινα μέλη αποστεωμένα.



Ακολούθα τι δρόμο του φεγγαριού,
ίσως κλέψεις λίγη απ’ τη λάμψη του.
Γεννηθήκαμε σε μια ζωή κλειστών δρόμων
και δε μπορούμε ούτε να πεθάνουμε.





Αναχωρώ και νομίζω πως φεύγω.
Μαζί μου η ανία μου και η σκιά μου.




Κι ήθελες, λέει ,φίλε μου ,
ν’ ακούσεις, πριν πεθάνεις,
την κραυγή της πεταλούδας.
Οι πεταλούδες μας τελείωσαν.






Φάλτσες φωνές,
φτηνή μουσική,
σάπιοι στίχοι.
Ήταν ένα μικρό τραγούδι που έμεινε ατραγούδιστο.
Οε οε, οε, οε! Οε! Οεεέ!











Τετάρτη 2 Νοεμβρίου 2011

"Το βάλς του τρένου". Η γέννηση ενός τραγουδιού


Παρακαλώ, αφού φτάσατε μέχρι εδώ, ακούστε και διαβάστε όλη τη δημοσίευση...

Δεν ξέρω γιατί έχώ συνδυάσει το βαλς με τον αποχαιρετισμό. Ίσως να είναι απόρροια του τίτλου του βιβλίου του Κούντερα που μου άρεσε, επιρροή από τα βαλσάκια που έγραφε η Καραΐνδρου για τις ταινίες του Αγγελόπουλου(o "Mελισσοκόμος" νομίζω ήτανε τότε) ή, ίσως, θαμμένη μνήμη κάποιας ταινίας που μισοείδα κάποτε σε κάποια "Κινηματογραφική λέσχη", νανουρισμένος από το περασμένο της ώρας, το αναμενόμενο πρωινό σχολικό ξύπνημα, την γλυκειά εφηβική δίψα να ανοίξω τους ορίζοντες μου και την ανιαρη (σε βαθμό βάλιουμ) εισαγωγή του Μπακογιαννόπουλου... Ίσως δεν ξέρω τι... Πάντως αυτή η υπόγεια θλίψη του βάλς πάντα μου έφερνε στο νού την γλυκειά απελπισία των αναπόφευκτων αποχωρισμών... Γλυκειά, μα απελπισία...Και τι κινηματογραφικότερο από έναν αποχωρισμό σε τραίνο. (Ίσως και για αυτό έφαγα κόλλημα με το "Famous blue raincoat" αργότερα) Αργός, μακρόσυρτος, σπαραξικάρδιος... Το είδος εκείνο του χωρισμού που ταυτόχρονα σε κάνει κομμάτια- γιατί χωρισμός είναι, πονάει- και ταυτόχρονα, ταυτόχρονα λέω, σου προκαλεί μια μαζοχιστικά θριαμβική απόλαυση . Γιατί ξέρεις πως ζεις μια μεγαλόπρεπη στιγμή, μια πένθιμη μα ηρωική στιγμή, μια στιγμή από κείνες που χωρίζουν τη ζωή σου σε πριν και σε μετά . Προ στιγμής και μετά στιγμής... Σαν τη "μέρα τη δίκοπη που 'χε τα πάντα αλλάξει", τη "μέρα που κόβει το καιρό στα δύο ", που 'λεγε κι ο Σεφέρης, όπως εκείνα τα "τραγικά πράγματα" που η απουσία τους στέρησε τη ζωή του Καρυωτάκη...

'Οπως και να' χει, το θέμα είναι πως την ώρα που νομίζατε εσείς πως σας φυλάω από τους Τούρκους και κοιμόσασταν ήσυχοι, εγώ σε κάποια σκοπιά σε ένα βουνό στη Κω, με το όπλο παρατημένο και το κράνος στο έδαφος, έχοντας αγκαλιά την κιθάρα, βρέθηκα να γράφω τραγουδάκια... Και τι άλλο θα μπορούσε να γράψει ένας φαντάρος, που έχει βάλει τη ζωή του σε γύψο και έχει αποχαιρετήσει ότι μετράει (αν κι όχι σε σιδηροδρομικό σταθμο, μα σε λιμάνια, Κτέλ κι αεροδρόμια) παρά ένα βαλς του τρένου, ένα βαλς αποχωρισμού. Έστω και κουτσό... Για τις στιγμές που δεν έζησε, για τις εμπειρίες που στερήθηκε, για τις ταινίες που δεν είδε, για τα τραγούδια που δεν τελείωσε... Επ! Μισό λεπτό. ένα τραγούδι το τέλειωσε... Γιατί το σπερματικό γεγονός του εν λόγω τραγουδιού που θα ακούσετε πιο κάτω οι πιο γενναίοι από σας ήταν μια ιδέα του Στέλιου (αυτή ) που ηχογραφήσαμε στα γρήγορα σε μια πρόβα , λίγο πριν φυγω απ' την Αθήνα και πάω φαντάρος... Δεν θυμάμαι ποιος από τους δυο μας σκέφτηκε τον τίτλο, πάντως αυτός ήταν από την αρχή... Ως γνωστόν,η φύση σιχαίνεται τα κενά και εγώ σιχαίνομαι τα μισά. Ποτέ δεν μου αρέσαν τα μισοτελειωμένα πράγματα... Σε λιγάκι έφυγα από την Αθήνα, και στο χωριό, περιμένοντας να πάω φαντάρος, δούλεψα λίγάκι το μουσικό μέρος, έβαλα μια εισαγωγή, ανέπτυξα μια ακόμα μελωδική γραμμή για ρεφρέν και πάσχιζα απο τα παλιά μου στιχουργικά σκαριφήματα να βρώ κάτι να ντύσω τη μελωδία, καθότι δεν μου 'ρχότανε καμιά καινούρια ιδεα για στίχους ... Μέχρι που βρήκα κάποια στιγμή γραμμένο και ξεχασμένο αυτό το στιχούργημα που δεν τέλειωσε ποτέ, όπως δείχνει και το μή-μέτρο στους περισσότερους στίχους και η αμήχανη, βαρετή ομοιοκαταληξία ( όπου υπάρχει)...
ΣΕΝΑΡΙΟ

Το σκηνικό στην αποβάθρα. Κόσμος πολύς.
Το πλοίο φεύγει, τελειώνει η ώρα της αναμονής.
Είναι σκοτάδι, κοντά μεσάνυχτα και βρέχει.
Στιγμές γεμάτες ένταση – κανένας δεν αντέχει.

Αυτός λίγο σκυφτός, σα να μου φαίνεται κλαμένος
κρατά στα χέρια του τα χέρια της , πολύ συγκινημένος.
Αυτή με μάτια κόκκινα, μες τα δικά του αχόρταγα κοιτά
και προσπαθεί τα δάκρυα της μάταια να κρατήσει.

Κάπου βουίζουν μηχανές ,κάποια σειρήνα χτυπάει
κι οι επιβάτες θ’ ανεβούν μακριά το πλοίο να τους πάει.
Διακριτικά πολύ στην ώρα τούτη του χαμού ,
κάπου βαθιά ακούγεται το «Βαλς του Αποχαιρετισμού».

Χάνεται η οθόνη ξαφνικά και κάθε ήχος
κι έπειτα χτίζει η σιωπή πελώριο τείχος.
The end! Προσαρμογή υπότιτλων… Καλή σας νύχτα.
Πέφτουν τα γράμματα, βγαίνω ψηλαφητά, σκοτάδι πήχτρα.


Ω, τι χάρα! Το πλαίσιο για το τραγουδάκι μου έτοιμο. Κινηματογραφική μάτια, αλλάζουμε το πλοίο με τρένο, αναφορά σε "Βαλς αποχαιρετισμού", αποχωρισμός και συγκίνηση, ερωτική ιστορία κι ένας ωραιότατος (άρα καλύπτεται κι ο φιλόλογος μέσα μου) dream within a dream εγκιβωτισμούλης, καθώς μαθαίνουμε την ιστορία μέσω της παρακολούθησης της ως ταινία από τον αφηγητή των στίχων... Άψογα! Άψογα? Οι στίχοι αντιστάθηκαν σθεναρα με επιμονή γαϊδάρου Κυπραίου σε κάθε προσπάθεια μου να τους διασκευάσω ή να τους τροποποιήσω , ώστε να "χωρούν" στη μελωδία... Κάπου εκεί πήγα φαντάρος και μπήκε η ζωή μου στο ψυγείο... Μετά βρέθηκα σε ένα τάγμα στη Κω κι "εξορισμένος" (τι χαρά!) σ' ενα φυλάκιο στο βουνό... Ελεύθερος από την πολύ στρατίλα, παρίστανα πως είχα ξαναβρεί τη ζωή μου και έφερα μαζί και τη κιθάρα μου... Ώσπου ένα απογευματάκι, εκεί που φύλαγα σκοπιά σε κάτι ξεχασμένες αποθήκες, μυστηριωδώς πως εγινε το θαύμα... Βρήκα τη σύμβαση που έψαχνα για να γράψω τους (ελαφρά σουρεαλιστικούς) στίχους μου. Το "Βάλς του τρένου" μου είναι το "Βάλς του Αποχαιρετισμού" που ακούγεται στην ταινία που αναφέρεται στο "Σενάριο" μου. Είναι οι σκέψεις και τα συναισθήματα του ήρωα της ταινίας, καθώς φεύγει το τρένο, φεύγει με την αγαπημένη του και αυτός περπατάει μες τη βροχή με την καρδιά κομμάτια (γιατί η καρδιά του είναι κομμάτια, μην κοιτάτε που κάνει ευφυολογήματα και λογοπαίνγια για την "αγάπη του συρμού" και το παίζει τζάμπα Μπόγκαρτ. Αυτοσαρκάζεται κι αυτοοικτίρεται και σαν την αλεπού, που όσα δεν φτάνει κάνει κρεμαστάρια, αντρειεύεται στο αναπόφευκτο μπας και περάσει το βράδυ...) πάει να συναντήσει τους τίτλους τέλους. Κι είναι το τραγούδι που συνοδεύει τον αφηγητή μου, καθώς φεύγει από την σκοτεινή αίθουσα του σινεμα, για να χαθεί στη σκοτεινή πολη... 'Η ίσως "Το βάλς του τρένου" είναι ένας δικός του "σαν σε φιλμ μελό" χωρισμός, που του τον θύμισε η ταινία και τον σκέφτεται βγαίνοντας από την αίθουσα... Ίσως, πάλι, η ταινία να ήταν η ζωή του αλά "All that jazz" και (ακολουθεί αναφορά στην προηγούμενη ταινία, φίλε αναγνώστη, η ανάρτηση αυτή είναι τα μάλα σινεφίλ ) η "bye bye life, bye bye hapinnes" αποχώρηση του απο το σινεμά ο θάνατος του... Ποιος ξέρει?

ΤΟ ΒΑΛΣ ΤΟΥ ΤΡΑΙΝΟΥ .

Γαλάτσι, Σεπτέμβριος 1996-Καστέλο, Κως Οκτώβριος1997

Βρήκες το σταθμό κι ένα τραίνο που φεύγει.
Σαν σε φιλμ μελό, θα φύγεις, θα χαθείς.
Πέφτει η βροχή σε χτυπάει και χορεύει.
Λάθος ή σωστό δεν ξέρεις , λες, να πεις.

Ξεκίνα τραίνο, πάρτη μακριά!
Κι αυτή η αγάπη ήτανε του συρμού .
Πάρτη και σφύρα στη νύχτα βαθιά
ένα κουτσό βαλς χωρισμού.

Σαν πικρός καφές , σα σπασμένη μπαλάντα
Λάθη τακτικής και μπλόφες της στιγμής.
Άλλαξαν πλευρά το "ποτέ" και το "πάντα"
πιάσανε φωτιά οι ράγες της φυγής.

Ουπς! Μόλις το συνειδητοποίησα: Έγραψα μια ανάρτηση για τη γέννηση του τραγουδιού( που υποτιθεται πως είναι τραγούδι )των τίτλων τέλους μιας ταινίας που είχε παρακολουθησει ο αφηγήτης ενός στιχουργήματος που έφτιαξα κι εκφράζει τα συναισθήματα του ήρωα της υποτιθέμενης ταινίας ...
Δεν είμαι καλά!!!!


Υ.Γ. : Το βίντεο που συνοδεύει το τραγούδι είναι "απόνερο" από μια ταινία των αδερφών Κοέν... Πιθανότα από το "Ο Άνθρωπός που δεν ήταν εκεί". Περιέχονταν στα έχτρα του DVD. Μια χαρά δεν ταίριαξε? Το δόγμα "μην πετάξεις τίποτα" έχει και τα τυχερά του τελικά...
Υ.Γ.2 : Μάλλον το τραγούδι απαιτεί μια πιο crooner ερμηνεία... Αλλά καθώς ηχογραφούσα χωρίς μικροφωνο, έπρεπε να τραγουδάω λίγο πιο δυνατά για να ακουστώ...