Δευτέρα, 27 Φεβρουαρίου 2012

"Το θλιμμένο μπλουζ του Κώσυ Λέμμιον"

Η σημερινή ανάρτηση αποτελείται  απο ξαναχρησιμοποιημένα, ως επί το πλείστον, υλικά. Το βίντεο, ας πούμε, το έχετε ξαναδεί εδώ κι εδώ, όπως  και έχετε ακούσει την μουσική στο δεύτερο σύνδεσμο , όπου, μάλιστα, υπάρχει στα πεταχτά και η ιστορία του σημερινού κομματιού. Είπα όμως να το χρησιμοποιήσω ως αρμό το βιντεάκιον... Συγχωρέστε μου την επανάληψη, αλλά είπαμε... Το αγαπάω αυτό το τραγουδάκι, καθώς είναι μια από τις λίγες, εφόσον η μουσική άνοδος του Νάσου συνέπεσε με την δική μου μουσική δύση και το αναπόφευκτο έπειτα εξαφάνισε οποιαδήποτε δυνατότητα συνεργασίας, μια από τις λίγες,
Ο Μπόγκαρντ ...
λοιπόν, μουσικές μας συνεργασίες ...
 Η μουσική, που λέτε , προέρχεται από εκείνα τα ωραία ορχηστρικά που έγραφε ο Νάσος και αποφάσισε μια μέρα να βάλει και στίχους. Με βρήκε λοιπόν και στα γρήγορα έγραψα μια κωμικοτραγική και αυτοσαρκαστική με κάποιο τρόπο  ιστορία σε στίχους, για ένα τύπο που, μέσα στην μαύρη και βροχερή νύχτα, χάνει το πορτοφόλι του και δεν μπορεί να αγοράσει το απαραίτητο για να βγάλει τη νύχτα αλκοόλ... (Εσωτερική παραπομπή και λιγάκι στις γενναίες οινοποσίες μας με τον Νάσο εκείνη της εποχής... ). Το ονόμασα "Το θλιμμένο μπλουζ του Κώσυ  Λέμμιον" παραπέμποντας  στον  ευάλωτα κυνικό και
.... ο "Λέμμυ Κώσιον"...
απελπισμένο αντιήρωα σειράς αστυνομικών μυθιστορημάτων του Πήτερ Τσέινι, τον ντετέκτιβ Λέμμυ Κώσιον, λάτρη και αντικείμενο λατρείας των γυναικών και καρικατούρα των χαρακτήρων που υποδυόταν ο Μπογκαρντ. Το απήγγειλα μετά  κωμικά με υπερβολικό στόμφο και... του Νάσου  του  φάνηκε μάλλον αταίριαστο το  χιούμορ μου (πλην όμως, τι άλλο θα μπορούσα να γράφω τότε, στην ψυχολογική φάση που βρισκόμουν παρα Ελεγέια και Σάτιρες- ψέμματα, μόνο σάτιρες... ), γιατί μετά έφτιαξε, με ένα παλίο στίχο του Ηλία και μια πιο εκτεταμένη εκδοχή της μελωδίάς του, την δική του ματιά πάνω στην "Χειμερία Νάρκη"  των Ατάλαντων... Με το συγκεκριμένο πόνημα, πέρα από αυτή την ηχογράφηση "με την πρώτη", δεν ξαναασχολήθηκε ποτέ κανείς! Μέχρι σήμερα...

Το θλιμμένο μπλούζ  του Κώσυ Λέμμιον

Η βροχή έγλυφε [ή μήπως "έγλειφε"?  Δεν θυμάμαι τι από τα δυο είχα βάλει...] την ψυχή του. 
Τα νοτισμένα τσιγάρα του απέκλεισαν την τελευταία ελπίδα ζεστασιάς!
Γυρνούσε στο σκοτάδι με το σπασμένο του περίστοροφο, 
με την καρδιά του σφαίρα στη θαλάμη ...
Κλειστοί οι δρόμοι και ξένοι.
Αυτή η πόλη που τον γέννησε τώρα θηλιές περνούσε στο λαιμό του. 

Τυλίχτηκε στην φθαρμένη καπαρτίνα του.
Προσπάθησε να αγνοήσει την υγρασία που τον περόνιαζε.
Στάθηκε να ξαποστάσει κάτω από ένα μπαλκόνι. 
Κατάφερε και άναψε τσίγαρο.
Ξαφνικά  αισθάνθηκε καλύτερα. 
Στο διπλανό στενό - το 'ξερε- είχε μια κάβα.
Κατευθύνθηκε εκεί με όλες του τις δυνάμεις. 
Τότε κατάλαβε πως έχασε το πορτοφόλι του... 

Κι η βροχή έπεφτε...
Κι η βροχή συνέχισε να πέφτει...
Και το σκοτάδι τον ρούφηξε. 

(Μερικές νύχτες δεν ξημερώνουν ποτέ)


... κι ο  "Κώσυ Λέμμιον"

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου