Δευτέρα, 3 Οκτωβρίου 2011

Αναφορά στον Φραγκίσκο. Μέρος 9ο. Τα υπόλοιπα ζώα (και φυτά)

ΤΑ ΥΠΟΛΟΙΠΑ ΖΩΑ ΚΑΙ… ΦΥΤΑ
Από τα υπόλοιπα ζώα, δεσπόζουσα θέση και λόγω όγκου και διάρκειας στην μεταξύ μας συμβίωση ήταν ο Κλουκ, η μούλα μας. Την είχε αγοράσει πουλαράκι ο πατέρας μου από το πανηγύρι του Νησιού, της Μεσσήνης δηλαδή, το 1965 και πέθανε το 1996 στο Ξεχώρι. Δεν ήταν ιδιαίτερα μεγαλόσωμη και ήταν μάλλον παχουλή. Ήταν πολύ ήμερη και φιλική. Είχε ψύχωση με τις φοράδες κι, όταν το έσκαγε, ξέραμε που θα την βρούμε. Ήταν τυχερή, γιατί από το 1980 και μετά που πήραμε το αυτοκίνητο δεν χρησιμοποιήθηκε ως υποζύγιο, αλλά είχε ρόλο περισσότερο κατοικίδιου. Ένιωσα ιδιαίτερα ευτυχής όταν έμαθα ότι γλίτωσε από την φωτιά του 1988.

Η Ολυμπία την είχε μάθει να απαντάει σε ένα συγκεκριμένο σφύριγμα. Ήταν αγαπησιάρα πολύ. Παρόλο που μερικές φορές της είχα φερθεί λίγο άσχημα, γιατί μου είχαν φορτώσει να την πηγαίνω να πιει νερό και να την δένω να βοσκήσει σε διάφορα μέρη, κι εγώ βαριόμουνα και έβγαζα πάνω της τα νεύρα μου, πότε δεν αρνήθηκε να χώσει τη κεφάλα της πάνω στο στήθος μου και να την χαϊδέψει ή να τη χαϊδέψω.
Οι απολαύσεις της ήτανε να κυλιέται, αν έβρισκε κάπου άμμο, πράγμα που σήμαινε ότι έπρεπε να προσέχεις ιδιαίτερα, όταν ήταν σαμαρωμένη και φορτωμένη… Και η πραγματική της απόλαυση ήταν, όταν την βούρτσιζες. Επίσης, πάντα σε κοιτούσε με τα μεγάλα μάτια της γεμάτα ευγνωμοσύνη, όταν την καθάριζες από τις αλογόμυγες… Ήταν κάτι μεγάλες πράσινες αλογόμυγες και τα καλοκαίρια την απομυζούσαν κανονικά… Τις χτυπούσα και τις σκότωνα πάνω της, την ώρα που την τσιμπούσαν, και τα χέρια μου γέμιζαν αίμα. Ποτέ δεν τρόμαξε, ήξερε πολύ καλά τι έκανα και άλλαζε και την στάση του σώματος τη να με διευκολύνει. Κι όταν τελείωνα και της χάιδευα τα’ αυτιά, έχωνε το κεφάλι της κάτω από τον ώμο μου και τριβότανε επάνω μου για να με ευχαριστήσει.
Κι ήταν και λίγο φοβητσιάρα, σαν μικρή κυρία που ήτανε. Στις 20 Ιούλη γίνεται στην κορυφή του Ταϋγέτου το πανηγύρι του προφήτη Ηλία. Παλιότερα που δεν υπήρχαν πολλά αυτοκίνητα ή δρόμοι και υπήρχαν πολλά μουλάρια, οι πανηγυρίζοντες προσκυνητές τα φόρτωναν, τα καβαλούσαν κιόλας μερικοί και ανέβαιναν. Όταν έφταναν στη κορυφή, τα ξεφόρτωναν και τα άφηναν ελεύθερα στα Λακώματα, ένα οροπέδιο λίγο παρακάτω, να βοσκήσουν… Όταν τελείωνε το πανηγύρι, τα μάζευαν, τα φόρτωναν και έφευγαν. Έτσι έκαναν όλα τα μουλάρια από την αρχή του κόσμου… Εκτός από τη δική μας την κυρά, η οποία επ’ ουδενί δεν σκεφτότανε να πάει να βοσκήσει στους ορεινούς εκείνους λειμώνες… Έμενε μαζί με τους δικούς μου στη κορφή επί τρεις μέρες χωρίς φαί… Κι ως τα μέσα της δεκαετίας του ’80, ανεβαίνοντας ο αδαής περιπατητής στη κορυφή του Ταϋγέτου μπορούσε να δει να πανηγυρίζουν μαζί καμιά 700αριά άνθρωποι κι ένα μουλάρι. Η κοντέσα μας, ο Κλουκ.
Όταν ήμουνα μικρός μου λένε ότι είχα πιάσει φιλίες με μια κότα την οποία έπαιρνα στους ώμους μου και της τραγουδούσα " κότα, κοταρούλα μου και ψυχή, ψυχούλα μου". Τραγουδιάρης και αγαπησιάρης από μικρός…
Θυμάμαι ότι είχα μια ιδιαίτερη συμπάθεια σε μια γίδα που το όνομα της κυμαινόταν, ανάλογα με την θέση της στο κοπάδι, σε Μικρή, Μεγάλη και Μεσαία. Το αγαπημένο μου, ωστόσο, μηρυκαστικό ήταν μια γίδα που την είχαμε μεγαλώσει με το μπουκάλι και την ονόμασα Μέλπω. Αυτή ψόφησε ξαφνικά από κάτι που έφαγε και θυμάμαι που αισθάνθηκα τη γεύση του ανόσιου στο στόμα , όταν άκουσα τον Σωτήρη να λέει "κρίμα που δεν το είδατε νωρίτερα να τη σφάζατε!".
Το πιο extreme ζώο που είχαμε ήταν ο Ηρακλής ένα σκαντζόχοιρος που γλιτώσαμε από πάτημα αυτοκινήτου στο Λεφτίνι. Τον πήραμε μαζί μας και τον βάλαμε σε ένα ποτιστήρι στον κήπο. Το χειμώνα έπεσε σε χειμέρια νάρκη από την οποία δεν ξύπνησε την άνοιξη.
Τέλος, δεν θα έπρεπε να παραλείψω μια χελώνα που ερχότανε κάθε χρόνο στην αυλή του σπιτιού μου στο Γαλάτσι. Η συχνότητα και η συνέπεια της ήταν τέτοια που κάθε χρόνο που την έβλεπα αισθανόμουνα ότι έβλεπα κάποιο γνωστό που είχαμε ραντεβού ή ότι όλα πάνε καλά, ο ρυθμός του κοσμου δεν ξεκουρδίστηκε.
Mε τα φυτά δεν είχα κάποια πολύ προσωπική σχέση. Ξεχώριζε μόνο το Δεντρό, η βελανιδιά
που είχαμε σε ένα χωράφι μας, το οποίο το έβλεπα σαν ένα είδος στοιχείου του σπιτιού ή ένα είδος συμβόλου. Χαιρόμουνα που ήταν το πιο ψηλό στη περιοχή και στενοχωρήθηκα που κάποτε το τσάκισε ο αέρας.
Καμαρώνω και μια αγριοτριανταφυλλιά που φύτεψε η μάνα μου και την άνοιξη θεριεύει και ξεχύνεται στο δρόμο, γεμάτη τριαντάφυλλα…
Και τελευταία, καμαρώνω τη Σούλα, έναν Πόθο που μας έφερε ο Πάνος και η Ελένη την

πρώτη φορά που ήρθαν σπίτι μας. Την προσέχω που μεγαλώνει και τη χαίρομαι που αυτή τη στιγμή έχει ξεπεράσει το κουρτινόξυλο. Υποθέτω ότι, καθώς αγαπάω πολύ τα γατιά για να εξαναγκάσω κάποιο να ζήσει μέσα σε ένα διαμέρισμα, η Σούλα είναι το κατοικίδιο μου.


(Συνεχίζεται... )







Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου