Κυριακή, 13 Νοεμβρίου 2011

Μ-ηθολογία


Ακόμα μια νύχτα.
Ανάβω το ένα τσιγάρο με το άλλο.
Η σκέψη μου σε σένα!
700 Θεσπιείς ! Οι μεγάλοι αδικημένοι της ιστορίας.


Μαστουρωμένοι Κένταυροι εθεάθησαν να τρέχουν ξέφρενα στο κέντρο της πόλης τα πόδια τους δεν άγγιζαν τη γη και ξαφνικά τεράστιες φτερούγες ξεπήδησαν από τις πλάτες τους και πήραν να πετούν μπροστά απ’ το φεγγάρι η σκιά τους έπεφτε τρομακτική πάνω στις στέγες σ’ ένα βρώμικο σοκάκι δυο μεθυσμένοι σήκωσαν τα μάτια στον ουρανό από κάπου λάλησε δυο φορές ένα κοκκόρι είναι να απορείς που βρέθηκε ένας κόκκορας στο κέντρο της πόλης ο κόκκορας λάλησε και τρίτη φορά μα οι Κένταυροι  δεν τον άκουσαν διασπώμενοι μ’ έναν εκπληκτικό συγχρονισμό για να γίνουν πελώρια  μανιτάρια και την άλλη στιγμή ο ουρανός γέμιζε νιφάδες χιονιού που δεν προλάβαιναν να αγγίξουν τη γη καθώς απροσδιόριστα πριν μετουσιωνότανε μ’ ένα παράξενο τρόπο σε γιγάντιους πτεροδάχτυλούς τα απαίσια κρωξίματα τους αναστάτωσαν τους κοιμισμένους ανθρώπους που βγήκαν στα μπαλκόνια μέσα στις μεταξωτές ρόμπες τους κι άρχισαν να γελούν καθώς οι πτεροδάκτυλοί του έβγαζαν τα μάτια για λίγη ώρα ακούγονταν μόνο τα γέλια των ανθρώπων τα σκουξίματα των πτεροδάκτυλων κι ο ξεχασμένος κόκορας μετά οι πτεροδάχτυλοι σηκώθηκαν ψηλά τίναξαν τα ματωμένα ράμφη τους και πέταξαν στο φεγγάρι.
          Χρόνια μετά οι άνθρωποι ξέχασαν, βάλαν καινούρια μάτια, μερικοί αγόρασαν καινούριες ρόμπες, ένας πήρε κι έναν κόκορα. 
Μια νύχτα με πανσέληνο δυο φίλοι βγήκαν να πιουν ….
 

Είδα ελάχιστα κι εγώ τον Αγαμέμνονα.
Είδα τις εικόνες που παγώσανε, στα διαλυμένα μάτια του.
Την άπνοια της Αυλίδας και τη στρατιά των Δαναών.
Το παραλήρημα της Κασσάνδρας και το μαχαίρι του Αιγίσθου.
Μετά ο αέρας ανέλαβε να αποτελειώσει το χαμό .

 
Συντρίβεται το περιστέρι μου στις Συμπληγάδες σου.
 Τ ’ ακολουθώ .
Βουλιάζει η Αργώ και εγώ στην πλώρη περιμένω.
Τη Μήδεια ποτέ δεν θα γνωρίσω,
το δέρας το χρυσό όνειρο ήταν και πάει!
Δεν θα μαγέψεις ,Ορφέα, το θεριό,
κυλάς μαζί μου στο βυθό, ταφόπλακα η λύρα σου.
Αιώνια οι πέτρες θα κινούνται , απόκοσμες και  σιωπηλές,
σημάδι πως απότυχα
 κι είμαι πνιγμένος στο πάτο θάλασσας δίχως ψάρια.

( Κάτι  μου λέει ότι η Ευρυδίκη θα την γλιτώσει.)


ΠΑΛΑΜΗΔΗΣ

Μηνύματα σου γράφω 
σ’ άδεια μπουκάλια
και τα πετώ στους υπονόμους.


ΤΑΝΤΑΛΟΙ 2000 μ.Χ.


Πιάσαμε την ανηφοριά πολύ πρωί,
βράδιασε κι ήταν η κορφή μακριά ακόμα.
Ξενυχτήσαμε κάτω απ’ τ’ αστέρια τραγουδώντας.
Και τις επόμενες μέρες το ίδιο συνεχίστηκε΄…
Και το τραγούδι χάθηκε κι έγινε προσμονή…
Κι η προσμονή χάθηκε και έγινε αγωνία…
Κι ή αγωνία χάθηκε κι έγινε απογοήτευση…
Κι απογοήτευση χάθηκε κι έγινε… τίποτα …
Κι είμαστε ακόμα εδώ κατάκοκοπη και κουρελήδες
να κυνηγάμε μια κορφή που αιώνια 

Α
Π
Ο

Μ

Α
Κ
Ρ

Υ

Ν
Ε
Τ
Α
Ι


απομακρύνεται!
  

ΓΡΑΙΕΣ

Δεν σας λυπάμαι για το ένα δόντι σας
-έτσι κι αλλιώς κάτι θα φάτε.
Λυπάμαι μόνο την αδυναμία σας να δείτε
-ταυτόχρονα κι οι τρεις –
την ίδια εικόνα.







Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου