Σάββατο 29 Νοεμβρίου 2025

Το θλιμμένο δευτερόλεπτο ('Ένα χριστουγεννιάτικο παραμύθι)

 Έτσι γίνανε τα πράγματα... 

  Μια φορά και έναν καιρό ήταν το βασίλειο του Χρόνου.  Το βασίλειο του Χρόνου ήταν εκείνο το σημείο στο οποίο γεννιόταν όλα τα δευτερόλεπτα, όλα  τα λεπτά και γενικά όλος ο χρόνος. Κάθε μέρα ξεκινούσε από  το δικό της πρώτο δευτερόλεπτο το οποίο,  αφού γεννιότανε, την εγκαινίαζε και μετά ήταν εκείνο που γεννούσε όλα τα άλλα δευτερόλεπτα, όλα τα λεπτά κι όλες τις ώρες της μέρας. Αυτό ακριβώς γινόταν και με  τις μέρες που ήταν γιορτές.  Κάθε γιορτή, όποτε έφτανε ο καιρός της, γεννιότανε από το βασίλειο του Χρόνου, όπως και όλες οι άλλες μέρες. Και όλα τα πρώτα δευτερόλεπτα, εύχονταν να ήταν  εκείνα τα οποία, όταν θα γεννηθούν, θα γεννήσουνε και μία πάρα πάρα πάρα  πάρα πολύ μεγάλη γιορτή. Όπως καταλαβαίνουμε όμως, αυτό δεν ήταν πάντα εύκολο. Και για αυτόν τον λόγο μόνο τα πιο δυνατά δευτερόλεπτα είχανε την δυνατότητα να  κερδίζουνε τους  σχετικούς αγώνες και να γεννάνε εκείνα τις εορταστικές μέρες. Και μόνο εκείνα που είχαν κάποιον να τα βοηθήσει.  Λοιπόν… Έτσι, πολλά δευτερόλεπτα   ήτανε στενοχωρημένα και έκλαιγαν, όταν έπρεπε να γεννηθούν μια μέρα που δεν ήταν γιορτινή, γιατί νόμιζαν ότι η ζωή τους θα ήτανε χαμένη και κανένας άνθρωπος  δεν θα τα ήθελε και δεν θα τα εκτιμούσε! 
    Λοιπόν, έτσι ήτανε και το θλιμμένο δευτερόλεπτο. Το θλιμμένο δευτερόλεπτο ήθελε κι αυτό πάρα πολύ να γεννηθεί και να εγκαινιάσει μια μεγάλη γιορτή, αλλά δεν ήταν δυνατό ούτε ήξερε κανέναν . Έτσι ήταν στενοχωρημένο γιατί πίστευε ότι κανείς δεν θα του δώσει την ευκαιρία να γίνει εορταστικό δευτερόλεπτο και να γιορτάσει κάποιος μαζί του. Και πέρασε όλη του τη ζωή θλιμμένο και μάλιστα για πάρα πολύ καιρό έκανε βόλτες  έξω  από το παλάτι του Χρόνου, στο δάσος του Χρόνου, όπου ήτανε μόνο του και του άρεσε να περπατάει μέσα στα χιονισμένα δέντρα, βυθισμένο στις σκέψεις και την θλίψη του. Περνούσε πάρα πολύ καιρό εκεί, επειδή ήτανε πάρα πολύ στενοχωρημένο, και συνήθως δεν πήγαινε στις γιορτές που έκαναν τα άλλα δευτερόλεπτα στο παλάτι του Χρόνου. Έτσι λοιπόν, ένα βράδυ που έφυγε και περπατούσε μόνο του στο δάσος του Χρόνου,  δεν είχε καταλάβει πώς πέρασε ο καιρός. Ήτανε πάρα πολύ μεγάλο το χρονικό διάστημα που περπατούσε. Κάποια στιγμή κουράστηκε και γύρισε στο παλάτι, αλλά εκεί  βρήκε να επικρατεί απόλυτη ησυχία. Γιατί όλα τα άλλα δευτερόλεπτα που υπήρχανε είχανε φάει κι είχανε διασκεδάσει πάρα πολύ, όμως πιο πριν ένας μάγειρας είχε μπερδευτεί και είχε βάλει κάτι στο ποτό τους το οποίο δεν ήξερε ότι είναι υπνωτικό. Έτσι όοοοολα τα δευτερόλεπτα  που υπήρχαν στο παλάτι  κοιμήθηκαν. Και δεν είχε μείνει κανένα.
     Πριν καταλάβει ακόμα καλά καλά  τι είχε γίνει το θλιμμένο δευτερόλεπτο , ξαφνικά εμφανίστηκε ο Χρόνος αγχωμένος κι έλεγε:  «Κάτι πρέπει να γίνει, θέλω ένα δευτερόλεπτο τώρα, ένα, ένα δευτερόλεπτο , ένα δευτερόλεπτό. Τι θα γίνει; Σας παρακαλώ! Πώς θα κάνω εγώ την δουλειά μου τώρα;»
«Ε- εγώ είμαι εδώ», του είπε εκείνο…
   «Μπράβο!  Μπράβο!» Του λέει. «Τώρα, τώρα είναι η κατάλληλη στιγμή…». Το έσπρωξε λοιπόν και καθώς γεννιότανε το θλιμμένο δευτερόλεπτο  άκουσε μια φωνή να του λέει:
«Καλά Χριστούγεννα!»
    Τότε κατάλαβε ότι ήτανε εκείνο το δευτερόλεπτο  που τελικά είχε κατορθώσει και είχε γεννήσει όχι απλά μια γιορτή, αλλά μία από τις σημαντικότερες γιορτές. Και όταν τελείωσε την μέρα του και πήγε εκεί που πάνε όλα  δευτερόλεπτα όταν εκπληρώσουν τον σκοπό τους, πέρασε τον υπόλοιπό χρόνο του πάρα πάρα πάρα πολύ ευτυχισμένο.
     Καλή χρονιά, κορίτσια!
  

Ήταν την παραμονή της Πρωτοχρονιάς του 2025, πήγα να καληνυχτίσω τις κόρες μου και μου είπανε να τους φτιάξω μια χριστουγεννιάτικη ιστορία. Έτσι έκατσα κι αυτοσχεδίασα την παραπάνω ιστορία, την οποία ξέροντας ότι θα μου ζητήσουν να τους την ξαναπώ την ηχογράφησα με το κινητό. Καθώς προφανώς την ώρα που έλεγα την ιστορία προσπαθούσα να τη σκεφτώ, έχει πολλά χάσματα και "εμ". Οπότε έκατσα μετά και την καθαρόγραψα.  Η πρωτόλεια εκδοχή της είναι η ακόλουθη: 
Ηλίας: Μια φορά και έναν καιρό ήταν το βασίλειο του χρόνου.  Το βασίλειο του χρόνου ήταν εκείνο το σημείο το οποίο γεννιότανε όλα τα λεπτά, όλα τα δευτερόλεπτα, όλος ο χρόνος. Έτσι ταυτόχρονα αυτό σήμαινε ότι γεννιότανε και όλες οι γιορτές . Κάθε γιορτή όποτε έφτανε ο καιρός της γεννιότανε από το βασίλειο του χρόνου. Όοολλα τα δευτερόλεπτα, όλες οι ώρες εύχονταν να είναι εκείνα τα οποία εεε όταν θα γεννηθούν θα γεννήσουνε και μία πάρα πάρα πάρα  πάρα πολύ μεγάλη γιορτή. Όπως καταλαβαίνουμε όμως, αυτό δεν ήταν πάντα εύκολο. Και για αυτόν το λόγο μόνο τα πιο δυνατά λεπτά είχανε την δυνατότητα να  κερδίζουνε τους αγώνες και να γεννάνε εκείνα τις ώρες. Λοιπόν… Έτσι, πολλά λεπτά και πολλά δευτερόλεπτα  ήτανε στενοχωρημένα και έκλαιγαν όταν έπρεπε να γεννηθούν μια μέρα που δεν ήταν γιορτινή γιατί νόμιζαν ότι η ζωή τους θα ήτανε χαμένη και κανένας δεν θα τους ήθελε ….
Εύα: Μπαμπά, όμως κάποιος μπορεί να είχε γενέθλια αυτή τη μέρα …
Ηλίας: Μπορεί, αλλά τα λεπτά δεν το ήξεραν αυτό όλα, κάποια  εεε είχαν συμφιλιωθεί με την ιδέα και έκτοτε αγαπούσαν πάρα πολύ την δυνατότητα αυτή.
Δέσποινα: (Ακατάληπτα)… να κάτσω
Ρεβέκκα: Και μπαμπά…
Ηλίας: Λοιπόν…
Ρεβέκκα:  …αυτή δεν είναι χριστουγεννιάτικη!
Ηλίας: Ε, κάτσε! Είσαι βιαστική! Δεν ξέρεις ….
Λοιπόν, έτσι ήτανε και το θλιμμένο δευτερόλεπτο. Το θλιμμένο δευτερόλεπτο ήθελε κι αυτό πάρα πολύ να γεννηθεί και να εγκαινιάσει μια μεγάλη γιορτή αλλά δεν ήξερε κανέναν . Έτσι ήταν στενοχωρημένο γιατί πίστευε ότι κανείς δεν θα του δώσει την ευκαιρία να γίνει εορταστικό δευτερόλεπτο και να γιορτάσει κάποιος μαζί μου. Έτσι πέρασε όλη του τη ζωή θλιμμένο και πάρα πολύ καιρό έκανε βόλτες  έξω  από το κάστρο του χρόνου, στο δάσος του χρόνου, όπου ήτανε μόνο του και του άρεσε να περπατάει χιονισμένο χιονισμένο χιονισμένο μέσα σε χιονισμένα δέντρα. Περνούσε πάρα πολύ καιρό εκεί επειδή ήτανε πάρα πολύ στενοχωρημένο, συνήθως δεν πήγαινε στις γιορτές που έκαναν τα άλλα λεπτά στο παλάτι του χρόνου. Έτσι λοιπόν, ένα βράδυ έφυγε και περπατούσε μόνο του στο παλάτι του χρόνου, στο δάσος του χρόνου και εεεε δεν είχε καταλάβει πώς πέρασε ο καιρός. Ήτανε πάρα πολύ μεγάλο το χρονικό διάστημα που περπατούσε. Κάποια στιγμή κουράστηκε και γύρισε στο παλάτι, αλλά βρήκε να υπάρχει μια μεγάλη ησυχία, γιατί όλα τα άλλα λεπτά που υπήρχανε είχανε φάει κι είχανε διασκεδάσει πάρα πολύ και ένας μάγειρας είχε μπερδευτεί όμως πιο πριν και είχε βάλει κάτι στο ποτό τους το οποίο δεν ήξερε ότι είναι υπνωτικό. Έτσι όοοοολα τα λεπτά που υπήρχαν στο παλάτι …
Εύα: Κοιμήθηκαν!
Ηλίας:  …κοιμήθηκαν. Και δεν είχε μείνει κανένα λεπτό.
  Πριν καταλάβει ακόμα τι είχε γίνει το λεπτό, ξαφνικά εμφανίστηκε ο χρόνος αγχωμένος κι έλεγε «Κάτι πρέπει να γίνει, θέλω ένα λεπτό τώρα, ένα λεπτό, ένα λεπτό. Τι θα γίνει; Σας παρακαλώ! Πώς θα κάνω εγώ την δουλειά μου τώρα; »
«Ε- εγώ είμαι εδώ», του είπε…
«Μπράβο!  Μπράβο!» Του λέει. «Τώρα, τώρα είναι η κατάλληλη στιγμή…». Το έσπρωξε λοιπόν και καθώς γεννιότανε το λεπτό άκουσε μια φωνή να του λέει:
«Καλά Χριστούγεννα!»
Τότε κατάλαβε ότι ήτανε εκείνο το λεπτό που τελικά είχε κατορθώσει και είχε γεννήσει όχι απλά μια γιορτή, αλλά μία από τις σημαντικότερες γιορτές. Και πέρασε τον υπόλοιπό χρόνο πάρα πάρα πάρα πολύ ευτυχισμένο.
Καλή χρονιά, κορίτσια!
Εύα: Ωραία ιστορία!
Ρεβέκκα: Μπαμπά, όμως πώς έζησε ευτυχισμένο; Πού πήγε;
Ηλίας: εεεεεεεε πέρασε το χρόνο του, μέσα στη γιορτή και αυτός ήταν ο σκοπός όλων των λεπτών . Εκεί ήτανε και κάθε φορά που οι άνθρωποι που ζούσανε εκείνο το λεπτό το θυμότανε ήτανε κι αυτοί ευτυχισμένοι κι έτσι γινότανε κι αυτό ευτυχισμένο .  Και τώρα…
Ρεβέκκα: Εντάξει, αλλά τα άλλα λεπτά και δευτερόλεπτα που αποκοιμήθηκαν τι απέγιναν; 
Ηλίας: Κάποια από αυτά τα λεπτά ήτανε τυχερά και γέννησαν κάποιες άλλες γιορτές . Κάποια άλλα λεπτά ….
Ρεβέκκα: Δεν ή Ε, ξύπνησαν τα δευτερόλεπτα και τα λεπτά;
Μπαμπάς: Ξύπνησαν μετά.    Αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία που θα την πούμε του χρόνου.
Εύα: Ποιου χρόνου; Όχι!
Ρεβέκκα: Αααααααααα, αύριο εννοεί!
Εύα: Ακατάληπτο
Ηλίας: (Γελάει) Φιλάκια, κορίτσες μου.
Εύα: Ακατάληπτο
Ηλίας: Καλή χρονιά λοιπόν.
Εύα: Αιιιιιιιιιιι ακατάληπτο
Ρεβέκκα: Αύριο είναι ο καινούργιος χρόνος.
Ηλίας: Ναι ,αγάπη μ…

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου